Οι τράπεζες θα είναι πάλι οι κερδισμένες και θα συνεχίσουν να αισχροκερδούν, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επέλεξε την περασμένη Πέμπτη να πλήξει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες με την αύξηση των επιτοκίων. Από τη σκοπιά της ελληνικής οικονομίας, ούτε λίγο ούτε πολύ αυτή η επιλογή στερεί 416 εκατ. ευρώ μέσα στο 2026 και από τις ελληνικές επιχειρήσεις, αφού θα αυξηθούν κατακόρυφα οι δόσεις σε κυμαινόμενο επιτόκιο σε στεγαστικά, επιχειρηματικά, καταναλωτικά δάνεια.
Μείωση της κατανάλωσης
Καθίσταται προφανές ότι για να αντεπεξέλθουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις στις αυξήσεις των μηνιαίων καταβολών θα περικόψουν δαπάνες από την κατανάλωση. Ετσι μειώνεται περαιτέρω ο τζίρος της πραγματικής οικονομίας, με τις επιχειρήσεις να πνίγονται από την έλλειψη ρευστού και το υψηλό λειτουργικό κόστος. Η συγκεκριμένη κίνηση συνεπώς –αντανακλά τη δογματική προσέγγιση της ΕΚΤ απέναντι στον πληθωρισμό– με την οποία το επιτόκιο καταθέσεων αυξάνεται από το 2% στο 2,25% είναι απολύτως καταστροφική για την ελληνική οικονομία που έχει πνιγεί από την κρίση κόστους ζωής που έχει δημιουργήσει το μοντέλο Μητσοτάκη. Αν και η μεταβολή της τάξης του 0,25% προβάλλεται από ορισμένους ως «μικρή» παρέμβαση, η πραγματικότητα των αριθμών αποκαλύπτει μια βίαιη αφαίμαξη. Εφαρμοζόμενη στο σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου, η απόφαση αυτή πυροδοτεί μια γιγαντιαία εσωτερική αναδιανομή πλούτου. Με μεταφορά που ξεπερνά τα 415 εκατ. ευρώ ετησίως, το «ακριβό χρήμα» μετακινείται απευθείας από τις τσέπες των Ελλήνων δανειοληπτών στα έσοδα από τόκους του χρηματοπιστωτικού τομέα, ναρκοθετώντας την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Για παράδειγμα, για ένα τυπικό στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ με διάρκεια 20 ετών η απόφαση αυτή μεταφράζεται σε πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση από 12 έως 15 ευρώ, η οποία σε ετήσια βάση διογκώνεται στα 150 έως 180 ευρώ ανά δάνειο. Αντίστοιχα, για μια οικογένεια με στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ, το επιπλέον κόστος αγγίζει τα 18 έως 22 ευρώ τον μήνα, δηλαδή 220 έως 270 ευρώ επιπλέον τον χρόνο.
Με δεδομένο ότι περίπου 25 δισ. ευρώ στεγαστικών δανείων παραμένουν ενεργά στην Ελλάδα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με κυμαινόμενα επιτόκια, η μαθηματική εξίσωση είναι αμείλικτη: 25 δισ. ευρώ Χ 0,25% = 62,5 εκατ. ευρώ. Αυτό είναι το ακριβές ποσό των πρόσθετων ετήσιων τόκων που μεταφέρονται από τους δανειολήπτες στις τράπεζες. Η αύξηση αυτή αφαιρεί περίπου 60-70 εκατ. ευρώ ετησίως από τα ήδη πιεσμένα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Στραγγαλισμός
Εάν στα νοικοκυριά το πλήγμα δείχνει εμφανές, στον επιχειρηματικό ιστό της χώρας η νέα αύξηση της ΕΚΤ λειτουργεί ως χρηματοοικονομικός στραγγαλισμός. Στο σύνολο των επιχειρηματικών δανείων, τα οποία ανέρχονται στο εντυπωσιακό ύψος των 129 δισ. ευρώ, η επιβάρυνση του 0,25% συνεπάγεται ένα τεράστιο πρόσθετο ετήσιο κόστος τόκων, το οποίο αγγίζει τα 322,5 εκατ. ευρώ. Ακόμη κι αν υποτεθεί το πιο ευνοϊκό σενάριο, βάσει του οποίου μόνο τα δύο τρίτα των επιχειρηματικών δανείων φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο, η πρόσθετη χρηματοοικονομική επιβάρυνση για την ελληνική επιχειρηματικότητα παραμένει σταθερά άνω των 200 εκατ. ευρώ ετησίως.
Αυτό το νέο κύμα «ακριβού χρήματος» έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη εκρηκτικό μείγμα, όπου οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η ενεργειακή ανασφάλεια και οι διαταραγμένες εφοδιαστικές αλυσίδες εκτινάσσουν το κόστος παραγωγής. Το πρόβλημα εντείνεται δραματικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι μεγάλοι όμιλοι διαθέτουν πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και αποθέματα ρευστότητας. Οι μικρότεροι όμως, που αποτελούν πάνω από το 90% του παραγωγικού ιστού, στερούνται αυτές τις εναλλακτικές. Ετσι μια πολιτική, που θεωρητικά εφαρμόζεται για την προστασία της οικονομίας, στην πράξη ενισχύει τους μεγάλους και ισχυρούς και αποδυναμώνει τους πιο ευάλωτους.
Λάθος διάγνωση και διπλά επώδυνη η «θεραπεία»
Το βαθύτερο εύρημα πίσω από τις ανακοινώσεις των κεντρικών τραπεζών είναι ότι η συγκεκριμένη αύξηση μπορεί να μη δημιουργήσει άμεσα ένα νέο, ορατό κύμα «κόκκινων» δανείων, προκαλεί όμως μια βαθιά, υπόγεια διάβρωση της οικονομικής βάσης. Η νομισματική πολιτική που επιστρατεύεται αποτελεί μια κλασική περίπτωση λανθασμένης διάγνωσης. Η αύξηση των επιτοκίων έχει νόημα και είναι αποτελεσματική όταν ο πληθωρισμός προέρχεται από την υπερβολική ζήτηση, τον υπερδανεισμό και την υπερβάλλουσα ρευστότητα. Οταν όμως οι ανατιμήσεις προκαλούνται από την ακριβότερη ενέργεια, το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα, τις πρώτες ύλες και τις γεωπολιτικές εντάσεις, το πρόβλημα βρίσκεται ξεκάθαρα στην πλευρά της προσφοράς. Εκεί τα επιτόκια δεν αγγίζουν την πραγματική αιτία του προβλήματος. Η αύξηση των επιτοκίων δεν μειώνει την τιμή του φυσικού αερίου, δεν αυξάνει την παραγωγή πετρελαίου και δεν κάνει τα λιπάσματα φτηνότερα. Απλώς περιορίζει βίαια τη ζήτηση. Με άλλα λόγια, δεν μειώνει το κόστος παραγωγής, αλλά μειώνει την ίδια την οικονομική δραστηριότητα ώστε να αναγκαστεί να προσαρμοστεί σε αυτό το κόστος.
Για χώρες με υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, όπως η Ελλάδα, η επιλογή αυτή αποδεικνύεται διπλά επώδυνη. Αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης του κράτους, περιορίζει τις επενδύσεις και μειώνει δραματικά τους βαθμούς ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής. Σε μια νομισματική ένωση με τόσο διαφορετικές οικονομίες, η ίδια οριζόντια συνταγή δεν παράγει ποτέ τα ίδια αποτελέσματα.















