Για τα ελληνικά νοικοκυριά, η μεγαλύτερη απώλεια εισοδήματος δεν προέρχεται από τις τραπεζικές χρεώσεις, αλλά από τις εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις των αποταμιεύσεων τους.
Μερικά ενδεικτικά στοιχεία καταγράφουν το πρόβλημα. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, το 2025, δηλαδή η διαφορά επιτοκίων μεταξύ καταθέσεων και χορηγήσεων διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 2,3% έναντι 1,3% στην Ευρωζώνη. Το ποσοστό αυτό είναι τα καθαρά έσοδα από τόκους ως προς το ενεργητικό των τραπεζών. Έτσι λοιπόν το συγκεκριμένο ποσοστό ήταν στη χώρα μας 43% υψηλότερο έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης για την περασμένη χρονιά.
Την ίδια στιγμή οι προμήθειες που αφορούν πάσης φύσεως χρεώσεις των τραπεζών για τις οποίες έχει χυθεί πολύ μελάνι το τελευταίο διάστημα διαμορφώνονται στην Ευρώπη σε 0,8% (καθαρά έσοδα προμηθειών έναντι ενεργητικού ) και στη χώρα μας 0,6%. Δηλαδή η χώρα μας μεσοσταθμικά εμφανίζεται φθηνότερη κατά 2 μονάδες βάσης σύμφωνα με τα στοιχεία του 2025 ή αλλιώς οι τράπεζες στην Ευρώπη χρεώνουν προμήθειες κατά 33% υψηλότερες έναντι των ελληνικών τραπεζών.















