Σε τροχιά να αγγίξουν για πρώτη φορά το φράγμα των 10 δισ. ευρώ βρίσκονται οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων, οι οποίες συνεχίζουν να αναπτύσσονται με διψήφιο ρυθμό και το 2026, τροφοδοτώντας έναν νέο κύκλο μεγάλων παραγωγικών επενδύσεων. Με την αξία των εξαγωγών τροφίμων και ζώντων ζώων να έχει φτάσει τα 6,7 δισ. ευρώ στο οκτάμηνο, καταγράφοντας αύξηση 10,5%, ο κλάδος οδεύει προς την κατάρριψη του περσινού ιστορικού ρεκόρ των 9,04 δισ. ευρώ. Εφόσον διατηρηθεί ο σημερινός ρυθμός ανάπτυξης, οι εξαγωγές θα προσεγγίσουν τα 10 δισ. ευρώ, συνεχίζοντας μια πορεία διαδοχικών υψηλών, από τα 7,62 δισ. ευρώ το 2023 και τα 8,27 δισ. ευρώ το 2024. Ενδεικτική της δυναμικής είναι η εικόνα του Αυγούστου. Παρότι πρόκειται για μήνα κατά τον οποίο παραδοσιακά καταγράφεται εποχική κάμψη της εξαγωγικής δραστηριότητας, φέτος οι εξαγωγές τροφίμων και ζώντων ζώων αυξήθηκαν κατά 12,8% σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2025. Η επίδοση αυτή, όπως επισημαίνει στο «business stories» ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ) Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, δείχνει ότι η ζήτηση για ελληνικά τρόφιμα διατηρεί τη δυναμική της ακόμη και μέσα στο καλοκαίρι.
Πίσω από τα διαδοχικά ρεκόρ βρίσκεται μια προσπάθεια πολλών ετών. Ελληνικές επιχειρήσεις επένδυσαν στην ποιότητα, ανέπτυξαν εμπορικές συνεργασίες και κατάφεραν σταδιακά να αποκτήσουν πρόσβαση στα ράφια μεγάλων αλυσίδων του εξωτερικού. Οι καρποί αυτής της προσπάθειας είναι πλέον ορατοί τόσο στους εξαγωγικούς τζίρους όσο και στα νέα εργοστάσια που σχεδιάζονται. Η πορεία, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ανέφελη είναι. Η μείωση της παραγωγής γάλακτος απειλεί τη φέτα, το ελαιόλαδο αντιμετωπίζει αυξημένο ανταγωνισμό, ενώ η χρηματοδότηση και η πρόσβαση σε δίκτυα διανομής παραμένουν σοβαρά εμπόδια.
Χαρακτηριστικό της στροφής προς το εξωτερικό είναι και το μέγεθος της ελληνικής παρουσίας στις μεγαλύτερες διεθνείς εκθέσεις τροφίμων. Στη φετινή SIAL του Παρισιού, μία από τις σημαντικότερες διοργανώσεις του κλάδου παγκοσμίως, η Ελλάδα καταλαμβάνει την έβδομη θέση μεταξύ των χωρών με τις περισσότερες συμμετοχές. Οι 288 καταχωρίσεις στον επίσημο κατάλογο αποτυπώνουν την κινητοποίηση ενός μεγάλου μέρους της παραγωγικής βάσης, από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς ομίλους μέχρι μικρότερες οικογενειακές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς.

Οι πρωταθλητές
Η ανοδική πορεία δεν στηρίζεται σε ένα μόνο προϊόν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών, οι εξαγωγές τροφίμων και ζώντων ζώων αντιπροσωπεύουν περίπου το 18% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών, αποτελώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία μετά τα καύσιμα.
Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα γαλακτοκομικά. Η ευρύτερη στατιστική κατηγορία των τυριών πλην των νωπών, στην οποία περιλαμβάνεται και η φέτα, ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ σε εξαγωγές το 2025, φτάνοντας τα 1,042 δισ. ευρώ. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 κατέγραψε νέα αύξηση 9,3%, στα 588,6 εκατ. ευρώ. Εντυπωσιακή είναι και η πορεία του γιαουρτιού, με τις εξαγωγές της επιμέρους κατηγορίας προϊόντων με προσθήκη ζάχαρης, φρούτων ή άλλων συστατικών να αυξάνονται κατά 37,9% στο πρώτο εξάμηνο, φτάνοντας τα 361,8 εκατ. ευρώ, έπειτα από άνοδο 40,5% το 2025. Η αύξηση στηρίζεται κυρίως στις ποσότητες, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά περίπου 37%, και όχι σε ανατιμήσεις.

Η διεθνής ζήτηση για προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη έχει δημιουργήσει σημαντικές ευκαιρίες. Ταυτόχρονα, όμως, έχει αναπτυχθεί μια τεράστια αγορά προϊόντων τύπου «Greek yogurt» που παράγονται εκτός Ελλάδας. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο πρόσφατο συνέδριο του ΠΣΕ ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων Χρήστος Αποστολόπουλος, οι εξαγωγές ελληνικού γιαουρτιού αυξήθηκαν κατά 110% την τελευταία τριετία, ωστόσο το αυθεντικό ελληνικό προϊόν αντιπροσωπεύει μόλις το 6% της διεθνούς κατηγορίας που χρησιμοποιεί την ελληνική ονομασία. Γι’ αυτό και ο κλάδος αναζητεί ισχυρότερη νομική προστασία της ταυτότητας του προϊόντος.
Πέρα από τα γαλακτοκομικά, σημαντικές επιδόσεις παρουσιάζουν τα ψάρια, τα φρούτα και τα παρασκευασμένα λαχανικά. Οι εξαγωγές της κατηγορίας νωπών ή διατηρημένων με απλή ψύξη ψαριών αυξήθηκαν κατά 11,3% στο πρώτο εξάμηνο, στα 457,7 εκατ. ευρώ. Οι εξαγωγές φράουλας έφτασαν τα 279,1 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 29,5%, ενώ άλλη κατηγορία νωπών φρούτων κατέγραψε άνοδο 41,4%, στα 292,5 εκατ. ευρώ.
Οι μεγάλες πιέσεις
Η ισχυρή διεθνής ζήτηση ωστόσο δεν αρκεί όταν η εγχώρια παραγωγή δυσκολεύεται να την καλύψει. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φέτα, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή στενότητα πρώτης ύλης εξαιτίας της συρρίκνωσης του ζωικού κεφαλαίου και των ζωονόσων που έχουν πλήξει την ελληνική κτηνοτροφία.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας Μιχάλης Σαράντης εκτιμά ότι η παραγωγή πρόβειου γάλακτος θα μειωθεί φέτος κατά περίπου 80.000 τόνους, προκαλώντας έλλειμμα της τάξης των 20.000 τόνων στην παραγωγή φέτας. Οι απώλειες του ζωικού κεφαλαίου υπολογίζονται σε περίπου 500.000 ζώα, ενώ ο αριθμός των προβάτων έχει περιοριστεί κάτω από τα 8 εκατομμύρια.
Το πρόβλημα είναι ότι οι εξαγωγές φέτας, σύμφωνα με τον ίδιο, εξακολουθούν να αυξάνονται κατά περίπου 7%, περιορίζοντας τα διαθέσιμα αποθέματα. Ο κ. Σαράντης προειδοποίησε ότι η στενότητα μπορεί να οδηγήσει τη λιανική τιμή στα 15-16 ευρώ το κιλό, ενώ η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου απαιτεί τουλάχιστον δύο χρόνια. Από την πλευρά του, ο κ. Αποστολόπουλος επισήμανε τον κίνδυνο απώλειας αγορών του εξωτερικού εφόσον οι επιχειρήσεις αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις παραγγελίες τους. Διαφορετική, αλλά εξίσου σοβαρή είναι η πρόκληση για το ελαιόλαδο, το οποίο αποτελεί ξεχωριστή στατιστική κατηγορία από τα τρόφιμα και ζώντα ζώα, αλλά βασικό προϊόν της ελληνικής αγροδιατροφής. Στο πρώτο εξάμηνο οι εξαγωγές παρθένου ελαιολάδου υποχώρησαν κατά 22,2% σε αξία, στα 345,5 εκατ. ευρώ, με τις ποσότητες να μειώνονται κατά περίπου 23%.
Οι συνθήκες έχουν αλλάξει σε σχέση με την περίοδο των ιστορικά υψηλών τιμών. Η Ισπανία, ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, αναμένει για την περίοδο 2026-2027 παραγωγή περίπου 1,6 εκατομμυρίων τόνων, αυξημένη κατά 23% σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση του ισπανικού υπουργείου Γεωργίας. Η ενίσχυση της προσφοράς περιορίζει τις ευνοϊκές συνθήκες που είχαν δημιουργήσει οι προηγούμενες ελλείψεις. Παράλληλα, παραμένει το διαρθρωτικό πρόβλημα των σημαντικών ποσοτήτων ελληνικού ελαιολάδου που εξάγονται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, χωρίς η χώρα να καρπώνεται το σύνολο της προστιθέμενης αξίας από την τυποποίηση και την εμπορική του ταυτότητα.
Οι επενδύσεις
Παρά τις δυσκολίες, η ανάπτυξη της διεθνούς ζήτησης μετατρέπεται σε νέες παραγωγικές επενδύσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ΜΕΒΓΑΛ, υπό την προεδρία της Μαίρης Χατζάκου και με διευθύνοντα σύμβουλο τον Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο-Χατζάκο. Η γαλακτοβιομηχανία εκτιμά ότι το 2026, για πρώτη φορά, περισσότερο από το 50% του κύκλου εργασιών της θα προέλθει από το εξωτερικό, με τις συνολικές πωλήσεις να προβλέπεται ότι θα φτάσουν περίπου τα 234 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή εξηγεί το μέγεθος του σχεδίου «MEVGAL Dairy Future», ύψους 161,64 εκατ. ευρώ, για την κατασκευή νέου εργοστασίου γιαουρτιού στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Η εταιρεία έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς των εμβληματικών στρατηγικών επενδύσεων, επιδιώκοντας σημαντική αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητάς της.
Στις Σέρρες, η Κρι Κρι του Παναγιώτη Τσινάβου προωθεί επίσης μια μεγάλη επέκταση με επενδυτικό πρόγραμμα 127 εκατ. ευρώ. Οι εξαγωγές γιαουρτιού της εταιρείας αυξήθηκαν κατά 46,8% στο α’ εξάμηνο του 2026, με τη Βρετανία και την Ιταλία να αποτελούν βασικές αγορές ανάπτυξης και τις αυξανόμενες παραγγελίες να δημιουργούν ανάγκη για μεγαλύτερη παραγωγική δυναμικότητα.
Ενα διαφορετικό παράδειγμα αποτελεί ο όμιλος Ελληνικά Γαλακτοκομεία της οικογένειας Σαράντη, στον οποίο έχει πλέον αναλάβει ενεργό διοικητικό ρόλο η επόμενη γενιά. Με τα εμπορικά σήματα Ολυμπος, ΤΥΡΑΣ, Ροδόπη, ΑΓΝΟ και πλέον Δωδώνη, ο όμιλος έχει αναπτύξει ισχυρή παραγωγική και εμπορική παρουσία εκτός Ελλάδας, από την οποία προέρχεται περίπου το 60% των πωλήσεών του. Η διεθνοποίησή του δεν περιορίζεται στις εξαγωγές, αλλά περιλαμβάνει παραγωγικές υποδομές και οργανωμένα εμπορικά δίκτυα σε άλλες χώρες.
Στον κλάδο των κατεψυγμένων λαχανικών, η Μπάρμπα Στάθης προωθεί νέα μονάδα στη Λάρισα, ύψους περίπου 35 εκατ. ευρώ, ενώ η Alfa Pastry ενίσχυσε τη διεθνή παρουσία της μέσω της εξαγοράς πλειοψηφικού ποσοστού της καναδικής Trio Bakery. Νέα παραγωγικά σχέδια καταγράφονται επίσης από επιχειρήσεις όπως οι Σταύρος Νένδος, ΖΕΩ, General Mills και Γιώτης. Πρόκειται για επενδύσεις διαφορετικού βαθμού ωρίμανσης, που δεν συνδέονται όλες αποκλειστικά με τις εξαγωγές, αλλά ενισχύουν την παραγωγική βάση της χώρας.
Η δύσκολη εξωστρέφεια
Η στροφή προς το εξωτερικό αποτυπώνεται και στη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις τροφίμων. Η SIAL του Παρισιού, που πραγματοποιείται από τις 17 έως τις 21 Οκτωβρίου στο εκθεσιακό κέντρο Paris Nord Villepinte, συγκαταλέγεται στις κορυφαίες εμπορικές διοργανώσεις του κλάδου παγκοσμίως. Πραγματοποιείται ανά διετία και συγκεντρώνει παραγωγούς, εισαγωγείς, διανομείς και εκπροσώπους μεγάλων αλυσίδων λιανικής, αποτελώντας πεδίο ανάπτυξης εμπορικών συνεργασιών. Για τη φετινή διοργάνωση αναμένονται περίπου 8.000 εκθέτες και εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες επισκέπτες. Η έβδομη θέση της Ελλάδας στον αριθμό των καταχωρισμένων εκθετών αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνει το εύρος της ελληνικής επιχειρηματικής παρουσίας και τη βαρύτητα που έχει αποκτήσει η αναζήτηση διεθνών συνεργασιών. Στον κατάλογο βρίσκονται γνωστές γαλακτοβιομηχανίες όπως οι Κρι Κρι, ΜΕΒΓΑΛ, Ολυμπος, Δωδώνη, Κολιός και Δέλτα, αλλά και επιχειρήσεις άλλων κατηγοριών, όπως οι Μπάρμπα Στάθης, Παλίρροια, Μέλισσα Κίκιζας, Alfa Pastry, Χαΐτογλου και Λουξ. Δίπλα τους συμμετέχουν μικρότερες επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί και περιφέρειες, αναζητώντας πρόσβαση σε εμπορικά δίκτυα που δύσκολα μπορούν να προσεγγίσουν μεμονωμένα.
Αυτό είναι και το επόμενο μεγάλο στοίχημα. Ο πρόεδρος του ΠΣΕ Αλκιβιάδης Καλαμπόκης θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να περάσει από τη λογική της ανταπόκρισης στην υπάρχουσα ζήτηση σε μια πιο ενεργητική στρατηγική ανάπτυξης αγορών. «Και εκεί είμαστε ακόλουθοι της ζήτησης. Και αυτό είναι το πρόβλημα, δεν δημιουργούμε τη ζήτηση», επισημαίνει στο «b.s.». Η διείσδυση σε τρίτες χώρες απαιτεί, κατά τον ίδιο, συστηματική προετοιμασία, γνώση των καταναλωτικών συνηθειών και οργανωμένη ανάπτυξη δικτύων διανομής. «Αυτό χτίζεται με στρατηγική, δεν μπορείς από τη μια στιγμή στην άλλη να πεις, α, ωραία, ποια έκθεση υπάρχει, πάμε εκεί», σημειώνει χαρακτηριστικά. Στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι εξαγωγείς, ο κ. Καλαμπόκης περιλαμβάνει επίσης τη δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση, τα προβλήματα στην ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, τις καθυστερήσεις στα τελωνεία και την αργή ψηφιοποίηση των διαδικασιών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην απουσία ενός αποτελεσματικού ενιαίου ηλεκτρονικού σημείου διεκπεραίωσης των εξαγωγικών διαδικασιών, το οποίο θα μπορούσε να περιορίσει τη γραφειοκρατία και τον χρόνο εξυπηρέτησης. Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η είσοδος σε μια νέα αγορά απαιτεί χρόνο, κεφάλαια και εμπορικές επαφές που δεν εξασφαλίζονται με τη συμμετοχή σε μια έκθεση.
Κι όμως, ύστερα από χρόνια επίμονης προσπάθειας, τα αποτελέσματα είναι πλέον ορατά. Περισσότερα ελληνικά προϊόντα βρίσκουν θέση στα διεθνή ράφια και η ζήτηση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις. Η πραγματική επιτυχία, ωστόσο, δεν θα κριθεί μόνο από το αν οι εξαγωγές αγγίξουν φέτος τα 10 δισ. ευρώ, αλλά από το αν οι επιχειρήσεις θα μπορέσουν να διατηρήσουν τις αγορές που κατέκτησαν και να ανοίξουν νέες ακόμη και όταν οι συνθήκες γίνονται δυσκολότερες.















