Από τις 11 Οκτωβρίου 2027 αλλάζει ο τρόπος διακανονισμού των χρηματιστηριακών συναλλαγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι συναλλαγές επί κινητών αξιών που πραγματοποιούνται σε τόπους διαπραγμάτευσης θα διακανονίζονται την επόμενη εργάσιμη ημέρα (Τ+1), αντί για δύο εργάσιμες ημέρες που ισχύει σήμερα.
Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε χθες, η μετάβαση αυτή απαιτεί σημαντικές προσαρμογές τόσο στα συστήματα διαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού όσο και στις διαδικασίες τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, θεματοφυλάκων, χρηματιστηριακών και ασφαλιστικών εταιρειών.
Η συντόμευση του κύκλου διακανονισμού εκτιμάται ότι θα συμβάλει στον περιορισμό του κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του κινδύνου μεταβλητότητας, μειώνοντας παράλληλα τα κεφάλαια που απαιτούνται για την κάλυψη περιθωρίων ασφαλείας.
Επιπλέον, η εναρμόνιση των ευρωπαϊκών αγορών με άλλες μεγάλες διεθνείς κεφαλαιαγορές, οι οποίες εφαρμόζουν ήδη το μοντέλο Τ+1, αναμένεται να περιορίσει το κόστος που προκαλεί η σημερινή διαφοροποίηση των κύκλων διακανονισμού και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς.
Ωστόσο, η μετάβαση δημιουργεί και σημαντικές επιχειρησιακές προκλήσεις, καθώς όλες οι μετασυναλλακτικές διαδικασίες θα πρέπει να ολοκληρώνονται μέσα σε μία εργάσιμη ημέρα, αυξάνοντας ενδεχομένως τον κίνδυνο αποτυχίας διακανονισμού.
Για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, η Κομισιόν έχει προβλέψει σταδιακή εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων.
Η πρώτη δέσμη θα τεθεί σε ισχύ στις 7 Δεκεμβρίου 2026 και αφορά τη γνωστοποίηση της διάθεσης αξιογράφων ή μετρητών, την επικοινωνία μεταξύ επενδυτικών εταιρειών και πελατών και την υιοθέτηση διεθνών προτύπων ανταλλαγής μηνυμάτων.
Η δεύτερη δέσμη, από την 1η Ιουλίου 2027, αφορά την παρακολούθηση των περιπτώσεων αποτυχίας διακανονισμού από τα Κεντρικά Αποθετήρια Τίτλων και τις σχετικές πληροφορίες που θα παρέχουν οι συμμετέχοντες.
Η τρίτη δέσμη θα εφαρμοστεί παράλληλα με την καθιέρωση του Τ+1, στις 11 Οκτωβρίου 2027, και προβλέπει την αυτοματοποίηση του μηχανισμού μερικού διακανονισμού και της διαδικασίας ενεχύρασης (automated collateralisation functionality).
Σύμφωνα με έρευνα της T+1 Industry Committee, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2026, η πλειονότητα των φορέων της ευρωπαϊκής αγοράς έχει ήδη καταρτίσει σχέδιο υλοποίησης των αναγκαίων προσαρμογών.
Συγκεκριμένα, σχέδιο μετάβασης διαθέτει το 100% των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, το 72% των χρηματιστηρίων και το 74% των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Παράλληλα, όμως, σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων σχεδιάζει να ολοκληρώσει τον σχετικό προγραμματισμό μόλις το πρώτο τρίμηνο του 2027. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνεται το 22% των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, το 30% των ασφαλιστικών εταιρειών και το 31% των εταιρειών τεχνολογίας.
Η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα για την επιτυχή μετάβαση, καθώς αφήνει περιορισμένο χρονικό περιθώριο για την εφαρμογή των απαιτούμενων αλλαγών. Σύμφωνα με την έρευνα, οι μεγαλύτερες προκλήσεις σχετίζονται με την εξάρτηση των συμμετεχόντων από αντισυμβαλλομένους και παρόχους υπηρεσιών, καθώς και με την ανάγκη ανάπτυξης αυτοματοποιημένων διαδικασιών.
Στο πεδίο των νέων τεχνολογιών, τον Σεπτέμβριο του 2026 τέθηκε σε πιλοτική λειτουργία το έργο Pontes, το οποίο αποτελεί τον βραχυπρόθεσμο άξονα της στρατηγικής του Ευρωσυστήματος για την ενσωμάτωση της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (DLT) στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Το έργο συνδέει πλατφόρμες DLT με τις υπηρεσίες TARGET του Ευρωσυστήματος, επιτρέποντας τον διακανονισμό συναλλαγών που βασίζονται στη συγκεκριμένη τεχνολογία σε χρήμα κεντρικής τράπεζας.
Παράλληλα, το μακροπρόθεσμο έργο Appia εξετάζει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος βασισμένου στην τεχνολογία DLT, με κοινά πρότυπα, πολιτικές και λειτουργικές υποδομές.
Ο σχεδιασμός θα πραγματοποιηθεί σε συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο τη δημοσίευση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου το 2028.
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν τη σημαντική ενίσχυση της συναλλακτικής δραστηριότητας στο ελληνικό χρηματιστήριο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ειδικότερα, στη Euronext Securities Athens, ο μέσος ημερήσιος αριθμός διακανονισμένων χρηματιστηριακών συναλλαγών αυξήθηκε κατά 48,3%, φτάνοντας τις 73.136 συναλλαγές, έναντι 49.328 την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος της αξίας των συναλλαγών, καθώς η μέση ημερήσια αξία διαμορφώθηκε στα 342,6 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 73,2% σε ετήσια βάση, από 197,7 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αύξηση οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα επί μετοχών και αντανακλά την εξαιρετική επίδοση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς κατά το συγκεκριμένο διάστημα.
Ισχυρή ανάπτυξη καταγράφηκε και στη δραστηριότητα της Euronext Clearing Athens, η οποία παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος για τις αγορές αξιών και παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών, τον μηχανισμό δανεισμού τίτλων και τις συναλλαγές παραγώγων του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών στην αγορά παραγώγων και στον μηχανισμό δανεισμού τίτλων ανήλθε σε 101.237 συναλλαγές το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένος κατά 96% σε σχέση με τις 51.647 συναλλαγές του αντίστοιχου εξαμήνου του 2025.
Σε σύγκριση με το σύνολο του 2025, όταν ο μέσος ημερήσιος όγκος διαμορφωνόταν στις 58.414 συναλλαγές, η αύξηση ανήλθε σε 73%.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη δραστηριότητα στα Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (ΣΜΕ) επί μετοχών.
Παράλληλα, η μέση ημερήσια αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 70,5 εκατ. ευρώ, έναντι 36,9 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 91%.
Σε σύγκριση με τη μέση ημερήσια αξία των 42,6 εκατ. ευρώ για το σύνολο του 2025, η αύξηση διαμορφώθηκε στο 65%.














