Η Northvolt, η σουηδική startup που είχε παρουσιαστεί ως η ελπίδα της Ευρώπης για ενεργειακή ανεξαρτησία και η απάντηση στην κινεζική κυριαρχία στις μπαταρίες ηλεκτρικών αυτοκινήτων, κατέρρευσε μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, αφήνοντας πίσω της χρέη 5,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, επενδυτές με ζημιές που αγγίζουν τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια και ένα ερώτημα που σείει τις Βρυξέλλες: μπορεί η Ευρώπη να ανταγωνιστεί σοβαρά στη βιομηχανία μπαταριών;
Η γέννηση ενός ονείρου
Η Northvolt ιδρύθηκε το 2016 από δύο πρώην στελέχη της Tesla, τον Peter Carlsson και τον Paolo Cerruti, με ένα σαφές και φιλόδοξο όραμα: να φτιάξουν στην Ευρώπη τη δική της εφοδιαστική αλυσίδα μπαταριών, ανεξάρτητη από την Κίνα, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία. Το σλόγκαν της εταιρείας ήταν εύγλωττο: «Make oil history».
Η ανταπόκριση από την αγορά και τις κυβερνήσεις ήταν άμεση και εντυπωσιακή. Η Volkswagen μπήκε στο μετοχικό κεφάλαιο το 2019 με 900 εκατομμύρια ευρώ, αποκτώντας ποσοστό 21%. Η Goldman Sachs ακολούθησε με αντίστοιχη επένδυση. Στη λίστα των χρηματοδοτών βρέθηκαν η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η γερμανική κρατική KfW, η JPMorgan, η Microsoft, η Baillie Gifford, σουηδικά συνταξιοδοτικά ταμεία και ακόμα ο ιδρυτής του Spotify, Daniel Ek. Σε σύνολο, η Northvolt συγκέντρωσε πάνω από 15 δισεκατομμύρια δολάρια σε ίδια κεφάλαια και δάνεια, ενώ το χαρτοφυλάκιο παραγγελιών της έφτασε τα 55 δισεκατομμύρια δολάρια — ένα μέγεθος που έκανε την εταιρεία να μοιάζει αήττητη.
Το εργοστάσιο-ναυαρχίδα, το Northvolt Ett στο Skellefteå της βόρειας Σουηδίας, λειτουργούσε εξ ολοκλήρου με ανανεώσιμη ενέργεια από υδροηλεκτρικά. Στόχος ήταν να φτάσει τα 16 GWh παραγωγής ως το 2023 και τα 40 GWh ως το 2025. Παράλληλα, σχεδιάζονταν εργοστάσια στο Heide της Γερμανίας και στο Κεμπέκ του Καναδά. Στη χαρτί, το σχέδιο ήταν ανεπίληπτο.
Η κατολίσθηση
Στην πράξη, τα πράγματα εξελίχθηκαν εφιαλτικά. Οι στόχοι παραγωγής καταρρίπτονταν ο ένας μετά τον άλλο. Το εργοστάσιο στο Skellefteå λειτούργησε σε κλάσμα της δυναμικότητάς του — τον Σεπτέμβριο του 2024 παρήγαγε μόλις 60.000 κελιά μπαταρίας την εβδομάδα, το 5% της προβλεπόμενης δυναμικότητας. Οι ζημιές τριπλασιάστηκαν από 318 εκατομμύρια δολάρια το 2022 σε 1,03 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023, με μηνιαία cash burn περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια.
Τον Ιούνιο του 2024 η BMW ακύρωσε μια παραγγελία αξίας 2 δισεκατομμυρίων ευρώ, δύο χρόνια μετά από επανειλημμένες καθυστερήσεις παραδόσεων, και τη μεταβίβασε στη Samsung SDI. Ήταν η αρχή του τέλους. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η Northvolt απέλυσε 1.600 εργαζόμενους, το 20% του προσωπικού της. Τον Νοέμβριο του 2024 κατέθεσε αίτηση πτώχευσης κατά Chapter 11 στις ΗΠΑ, με ταμείο μόλις 30 εκατομμυρίων δολαρίων και χρέη 5,8 δισεκατομμυρίων. Ο CEO και συνιδρυτής Peter Carlsson παραιτήθηκε αμέσως μετά. Στις 12 Μαρτίου 2025, η Northvolt κατέθεσε επίσης αίτηση πτώχευσης στη Σουηδία, αφού απέτυχε να εξασφαλίσει τη νέα χρηματοδότηση που χρειαζόταν.
Οι επενδυτές βρέθηκαν με καταστροφικές ζημιές. Η Goldman Sachs διέγραψε σχεδόν 900 εκατομμύρια δολάρια. Η Volkswagen, που είχε επενδύσει συνολικά πάνω από 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ και ήταν επίσης ο τρίτος μεγαλύτερος πιστωτής με μετατρέψιμο ομόλογο 355 εκατομμυρίων δολαρίων, υποχρεώθηκε σε σειρά απομειώσεων. Σουηδικά συνταξιοδοτικά ταμεία, BlackRock, CPP Investments — όλοι είδαν τις επενδύσεις τους να μηδενίζονται.
Γιατί απέτυχε;
Οι αναλυτές αναφέρουν συνδυασμό παραγόντων. Πρωτίστως, η Northvolt υποτίμησε δραματικά τις ικανότητες των Κινέζων ανταγωνιστών. Η Κίνα ελέγχει περίπου το 85% της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας σε κελιά μπαταριών, ενώ κατέχει επίσης κυριαρχική θέση στην πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά — λίθιο, κοβάλτιο, νικέλιο. Χωρίς πρόσβαση σε αυτές τις πρώτες ύλες σε ανταγωνιστικές τιμές, καμία ευρωπαϊκή εταιρεία δεν μπορούσε να κτίσει βιώσιμη βιομηχανία.
Advertisement
Δεύτερον, η διοίκηση της Northvolt παρουσίαζε στους επενδυτές αισιόδοξες προβλέψεις που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα — «polished slide decks», όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν πηγές στο Bloomberg, που απέκρυπταν τα πραγματικά προβλήματα λειτουργίας. Τρίτον, η παραγωγή κελιών μπαταρίας είναι ένα low-margin, εξαιρετικά κεφαλαιοβόρο εγχείρημα, που απαιτεί τεράστιες κλίμακες για να γίνει οικονομικά βιώσιμο — και η Northvolt δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει σε αυτή την κλίμακα. Προστέθηκαν επίσης σοβαρά προβλήματα ασφάλειας στις εγκαταστάσεις με θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και γενικότερη διοικητική αδυναμία να μετατρέψουν τα κεφάλαια σε λειτουργικό εργοστάσιο.
Τι γίνεται σήμερα;
Το τέλος της Northvolt δεν σήμανε το τέλος των εγκαταστάσεών της. Η αμερικανική startup Lyten, με έδρα το San Jose της Καλιφόρνια και ειδίκευση στις μπαταρίες λιθίου-θείου, ανέλαβε σταδιακά το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της χρεοκοπημένης σουηδικής εταιρείας.
Η διαδικασία εξαγοράς ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2024 με το εργοστάσιο Cuberg στην Καλιφόρνια. Τον Ιούλιο του 2025 ακολούθησε το εργοστάσιο Northvolt Dwa στο Γκντανσκ της Πολωνίας — ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια BESS (Battery Energy Storage Systems) στην Ευρώπη, δυναμικότητας 6 GWh με δυνατότητα επέκτασης ως 12 GWh. Στις 7 Αυγούστου 2025 η Lyten ανακοίνωσε δεσμευτικές συμφωνίες για την εξαγορά του συνόλου των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων στη Σουηδία και τη Γερμανία: το Northvolt Ett και την επέκτασή του στο Skellefteå (16 GWh λειτουργικής δυναμικότητας), τα ερευνητικά εργαστήρια Northvolt Labs στο Västerås και το υπό κατασκευή Northvolt Drei στο Heide της Γερμανίας (σχεδιαζόμενης δυναμικότητας 15 GWh). Η Lyten εξαγόρασε επίσης όλη την πνευματική ιδιοκτησία της Northvolt. Το σύνολο των εξαγορασθέντων περιουσιακών στοιχείων είχε λογιστική αξία περίπου 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η ολοκλήρωση της εξαγοράς των εγκαταστάσεων Σουηδίας έγινε το τέταρτο τρίμηνο πριν λίγες εβδομάδες. Η Lyten σχεδιάζει να επανεκκινήσει άμεσα την παραγωγή λιθίου-ιόντων NMC στο Skellefteå, ενώ παράλληλα θα εισαγάγει σταδιακά την τεχνολογία λιθίου-θείου που αποτελεί τη δική της ειδίκευση. Το εργοστάσιο στην Πολωνία ήδη παράγει το προϊόν Voltpack Mobile System για BESS. Η εταιρεία έχει επίσης εκφράσει ενδιαφέρον για το εργοστάσιο Northvolt Six στο Κεμπέκ, το οποίο βρίσκεται υπό κατασκευή με σχεδιαζόμενη δυναμικότητα 15 GWh.
Η Αντιπρόεδρος της Σουηδίας Ebba Busch χαιρέτισε την εξαγορά ως «νίκη για τη Σουηδία και για την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης». Ο εντεταλμένος διαχειριστής της πτώχευσης Mikael Kubu επισήμανε ότι κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης «ο κίνδυνος πλήρους διακοπής των εργασιών ήταν πολύ πραγματικός», γεγονός που θα είχε ισοδυναμήσει με ολική καταστροφή αξίας.
Τα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν
Η Lyten είναι μια εντελώς διαφορετική εταιρεία από τη Northvolt. Δεν είναι ευρωπαϊκή, δεν έχει κρατική στήριξη της ίδιας κλίμακας και βασίζεται σε διαφορετική τεχνολογία. Το αν θα καταφέρει να κάνει κερδοφόρες τις εγκαταστάσεις που η Northvolt δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Το μεγαλύτερο ερώτημα, ωστόσο, αφορά την ίδια την Ευρώπη. Η ήπειρος δαπάνησε δισεκατομμύρια δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων για να χτίσει μια εγχώρια βιομηχανία μπαταριών και απέτυχε εντυπωσιακά. Η Κίνα εξακολουθεί να ελέγχει την αγορά, με τις CATL και BYD να αποτελούν αδιαμφισβήτητες κυρίαρχες δυνάμεις. Ευρωπαίοι νομοθέτες έχουν ήδη επισημάνει ότι «πριν από λίγα χρόνια χάσαμε τη βιομηχανική μάχη για τα ηλιακά πάνελ — θα ήταν στρατηγικό λάθος να παρατήσουμε και τις μπαταρίες». Αλλά η Northvolt απέδειξε ότι η φιλοδοξία, τα κεφάλαια και η πολιτική βούληση από μόνα τους δεν αρκούν.














