Η κρίση που βιώνει ο πλανήτης σήμερα, σε συνδυασμό με τις δομικές συνθήκες στην αγορά της ΝΑ Ευρώπης, αναμένεται να διατηρήσουν ψηλά το ενεργειακό κόστος που πληρώνουν οι Έλληνες καταναλωτές τα επόμενα χρόνια.
Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο τείνουν οι διάφορες μεταβλητές της εξίσωσης, οι οποίες έχουν αλλάξει πλέον επί τα χείρω λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Έτσι, οι όποιες ελπίδες μπορεί να υπήρχαν για επιστροφή στο χαμηλό ενεργειακό κόστος της προηγούμενης δεκαετίας μάλλον διαψεύδονται.
Αυξημένη ζήτηση τα επόμενα χρόνια στο πετρέλαιο
Ξεκινώντας από τα καύσιμα, αυτή τη στιγμή παρατηρείται τεράστια άντληση από τα εμπορικά και στρατηγικά αποθέματα αργού και προϊόντων διεθνώς, αφού η τροφοδοσία δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση.
Όταν κάποια μέρα ολοκληρωθεί η ενεργειακή κρίση, τα επίπεδά τους θα πρέπει να αναπληρωθούν. Έτσι, γίνεται σαφές ότι όσο περισσότερο κρατήσει το πρόβλημα, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι ποσότητες που θα χρειαστούν για να ξαναγεμίσουν σταδιακά.
Έτσι, δημιουργείται αυξημένη δομική ζήτηση για τα επόμενα χρόνια, που εκτιμάται ότι θα στηρίξει τις τιμές του πετρελαίου σε επίπεδα υψηλότερα από τα χαμηλά του 2025.
Πλεόνασμα στο αέριο, αλλά με ερωτηματικό την τιμή
Καλύτερα, αλλά με αστερίσκους, είναι τα πράγματα στο φυσικό αέριο. Οι χαμένες ποσότητες από το Κατάρ και τη Ρωσία αναμένεται να καλυφθούν και με το παραπάνω μέσω της παραγωγής και των εξαγωγών των ΗΠΑ, που βαίνουν διαρκώς αυξανόμενες.
Ερώτημα, πάντως, αποτελεί σε ποια τιμή και με βάση ποια τιμολόγηση θα υπογραφούν τα νέα συμβόλαια προμήθειας LNG στο εξής. Μέρος των εν λόγω συμβάσεων στηρίζεται στη διακύμανση του πετρελαίου Brent, οπότε οι δύο αυτές αγορές είναι σε ένα βαθμό συγκοινωνούντα δοχεία.
Το συγκεκριμένο ζήτημα ανέδειξε πρόσφατα και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα μας θέλει το αμερικανικό LNG, αλλά μόνο έναντι μιας συμφέρουσας τιμής.
Αντίστοιχα, ζήτημα στο φυσικό αέριο αποτελεί ο ρυθμός αναπλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών ενόψει του επόμενου χειμώνα. Αρκετοί αναλυτές βλέπουν μια εκτίναξη των τιμών στο συμβόλαιο TTF από σήμερα μέχρι τότε, ενώ ερώτημα αποτελεί η πιο μακροπρόθεσμη διαμόρφωσή τους.
Παραμένουν τα δομικά εμπόδια στα Βαλκάνια για τον ηλεκτρισμό
Περνώντας στον ηλεκτρισμό, το ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας αποτελεί «δίκοπο μαχαίρι». Η έντονη διείσδυση των ΑΠΕ σε ποσοστό άνω του 50% δημιουργεί χρονικές περιόδους χαμηλών τιμών, όπως αυτή που διανύουμε σήμερα. Εντούτοις, η αντίστοιχα υψηλή παρουσία του φυσικού αερίου δημιουργεί εποχιακούς κινδύνους για τιμολογιακές εξάρσεις το χειμώνα και το καλοκαίρι.
Ένα κεντρικό στοίχημα για τη χώρα μας είναι το να μπουν επαρκείς μονάδες αποθήκευσης που θα ισορροπήσουν καλύτερα τις τιμές χονδρικής. Πάντως, όλα δείχνουν ότι οι μπαταρίες μπαίνουν ταυτόχρονα με νέες ΑΠΕ (ιδίως φωτοβολταϊκά), άρα δεν αναμένεται να φέρουν ένα αισθητό αποτέλεσμα μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια.
Θα πρέπει να αναφερθούμε παράλληλα και στο περιφερειακό σκέλος της όλης εξίσωσης. Σε δομικό επίπεδο, η περιοχή της ΝΑ Ευρώπης εξακολουθεί να μην έχει επαρκείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Παρόλο που η Ελλάδα είναι πλέον καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρισμού, δεν παύει να επηρεάζεται από τις τιμές στην περιοχή. Η ολοκλήρωση νέων διεθνών γραμμών δεν προβλέπεται να γίνει πριν τα τέλη αυτής της δεκαετίας, οπότε η απομόνωση των Βαλκανίων θα συνεχιστεί στο ορατό μέλλον.
Τα παραπάνω επισήμανε πρόσφατα σε έκθεσή της η Citi, εστιάζοντας στο γεγονός ότι μπορεί να μπαίνουν πολλές ΑΠΕ στο ελληνικό σύστημα, αλλά το αέριο καθορίζει τις τιμές χονδρικής στο 60-70% των ωρών καθημερινά.
Ερωτηματικό αποτελεί, επίσης, η ύπαρξη επαρκούς ευελιξίας τα επόμενα χρόνια, δηλαδή μονάδων που θα αμείβονται για να καλύπτουν τις όποιες «τρύπες» προκύπτουν.
Ως αποτέλεσμα όλων των παραγόντων, η Citi προβλέπει αντίστοιχες τιμές στο υπόλοιπο της δεκαετίας για τη χώρα μας και τη ΝΑ Ευρώπη.
















