Mόνιμα χαρακτηριστικά αποκτά πλέον η στεγαστική κρίση, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), ενώ εξελίσσεται σε διαρθρωτικό πρόβλημα παρότι οι προοπτικές για την αγορά ακινήτων παραμένουν συγκρατημένα θετικές.
Η ετήσια έκθεση του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, αναδεικνύει τη στεγαστική κρίση όχι ως ένα πρόσκαιρο επεισόδιο ανόδου τιμών, αλλά ως πρόβλημα που επηρεάζει την κοινωνική συνοχή και τις δημογραφικές προοπτικές της χώρας, εν μέσω μάλιστα ενός πολέμου που απειλεί με ένα νέο πληθωριστικό σοκ. Τονίζεται ότι η ακριβή στέγη είναι εκείνη που στερεί από το νοικοκυριό τη δυνατότητα να καλύπτει άλλες βασικές ανάγκες, όπως διατροφή, ενέργεια, υγεία και εκπαίδευση, και προειδοποιεί ότι η επιδείνωση της προσιτότητας πλήττει ιδιαίτερα τους νέους, οι οποίοι καθυστερούν να ανεξαρτητοποιηθούν και να δημιουργήσουν οικογένεια.
Σημαντικό εύρημα της έκθεσης είναι ότι το στεγαστικό πρόβλημα τροφοδοτείται πλέον κυρίως από τα ενοίκια και όχι από την ενέργεια, όπως συνέβαινε στα προηγούμενα πληθωριστικά κύματα. Το 2025 ο πληθωρισμός στέγασης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5,5%, έναντι 2,1% στην ευρωζώνη, ενώ ο πληθωρισμός των ενοικίων έφτασε το 10%, έναντι 2,9% στην ευρωζώνη. Από τα στοιχεία της ίδιας της ΤτΕ προκύπτει ότι περίπου το 78% του συνολικού πληθωρισμού στέγασης προήλθε από τα ενοίκια κύριας κατοικίας, καθώς η συμβολή τους ήταν 4,26 ποσοστιαίες μονάδες σε σύνολο 5,5 μονάδων.
Η κοινωνική πίεση αποτυπώνεται και στους δείκτες επιβάρυνσης των νοικοκυριών. Η στέγαση αντιστοιχεί ήδη στο 14,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2024 το μέσο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που κατευθύνεται σε ενοίκιο ή αποπληρωμή στεγαστικού δανείου ανήλθε στο 23,7% στην Ελλάδα, έναντι 17,9% στην ΕΕ. Για τα νοικοκυριά που ζουν σε ενοίκιο το ποσοστό αυτό φτάνει το 24,3%, ενώ για όσους αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο το 20%. Ακόμη πιο πιεστικό είναι το στοιχείο ότι το 37,4% των ενοικιαστών εμφανίζεται να δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση.
Η ΤτΕ συνδέει αυτή την εικόνα με τις διαρθρωτικές ανισορροπίες στην αγορά κατοικίας. Η έντονη άνοδος των ενοικίων, όπως σημειώνει, αντανακλά κυρίως την περιορισμένη προσφορά οικιστικών ακινήτων που δεν συμβαδίζει με την αυξημένη ζήτηση. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η τουριστική αξιοποίηση κατοικιών, τα κλειστά ή ανενεργά ακίνητα, αλλά και η υστέρηση νέων οικιστικών επενδύσεων μετά την κρίση χρέους. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που παραμένει σφιχτή ακόμη και όταν εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης σε επιμέρους δείκτες.















