Στην ενίσχυση της επιχειρηματικής ρευστότητας μετατοπίζεται ο κυβερνητικός σχεδιασμός για τα επόμενα έτη, καθώς μετά τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών το 2025, στο επίκεντρο των νέων παρεμβάσεων μπαίνουν επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες.
Οι παροχές που ενεργοποιήθηκαν το προηγούμενο διάστημα, όπως η επιστροφή ενοικίου και η μείωση κρατήσεων σε μισθούς και συντάξεις συνεχίζουν να υλοποιούνται, ενώ ορισμένες μεταρρυθμίσεις, όπως η πλήρης κατάργηση της προσωπικής διαφοράς για τους συνταξιούχους και η εκκαθάριση των τελικών φορολογικών αποτελεσμάτων, ολοκληρώνονται έως το 2027. Ωστόσο, η επόμενη φάση του σχεδίου επικεντρώνεται στην παραγωγική βάση της οικονομίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τραπέζι βρίσκεται η οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και για τις εταιρείες, έπειτα από δεκαπέντε χρόνια εφαρμογής του μέτρου. Μετά την ήδη δρομολογημένη κατάργησή του για τους ελεύθερους επαγγελματίες, το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 240 εκατ. ευρώ ετησίως, ωστόσο κυβερνητικές πηγές το χαρακτηρίζουν διαχειρίσιμο στο πλαίσιο των υφιστάμενων δημοσιονομικών αντοχών.
Παράλληλα, εξετάζεται η μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50%, έναντι 80% που ισχύει σήμερα, με βασικό στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας και τη βελτίωση των ταμειακών ροών των επιχειρήσεων. Η συγκεκριμένη παρέμβαση θεωρείται κρίσιμη ιδίως για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν αυξημένο χρηματοοικονομικό κόστος.
Στο ίδιο πλαίσιο αξιολογούνται προτάσεις επιμελητηρίων και φορέων της αγοράς, όπως η αύξηση του ορίου του ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού και η διεύρυνση των δόσεων στην πάγια ρύθμιση οφειλών. Τα μέτρα αυτά εντάσσονται στη στρατηγική ενίσχυσης της αγοράς χωρίς απόκλιση από τον στόχο της δημοσιονομικής σταθερότητας, ο οποίος αποκτά και θεσμική διάσταση μέσω της πρότασης για συνταγματική κατοχύρωση «φρένου» στη δημιουργία νέων ελλειμμάτων και χρέους.














