Σε μια ιστορική κίνηση για τη θωράκιση της παγκόσμιας οικονομίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία ανακοίνωσαν στις 4 Φεβρουαρίου 2026 μια στρατηγική συμφωνία συνεργασίας με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού στα κρίσιμα ορυκτά. Η κίνηση αυτή αποτελεί μια συντονισμένη απάντηση στην κυριαρχία της Κίνας, η οποία ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και επεξεργασίας σπάνιων γαιών, χρησιμοποιώντας συχνά τη δεσπόζουσα θέση της ως μοχλό πολιτικής και οικονομικής πίεσης.
Οικονομική ασφάλεια και νέα εργαλεία αγοράς. Η συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο περιθώριο της «Υπουργικής Συνόδου για τα Κρίσιμα Ορυκτά» στην Ουάσιγκτον, προβλέπει τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου που θα περιλαμβάνει κατώτατα όρια τιμών και επιδοτήσεις για την κάλυψη των διαφορών κόστους. Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου για το Εμπόριο (USTR), Τζέιμσον Γκριρ, υπογράμμισε ότι στόχος είναι η δημιουργία μιας δεσμευτικής πολυμερούς συμφωνίας με «χώρες παραπλήσιας ιδεολογίας», διασφαλίζοντας ότι οι στρατηγικοί κλάδοι της άμυνας, της αυτοκινητοβιομηχανίας και της ψηφιακής τεχνολογίας δεν θα είναι πλέον ευάλωτοι σε εξωτερικούς εκβιασμούς.
Μνημόνιο συνεργασίας και επέκταση στο Μεξικό. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ δεσμεύτηκαν να οριστικοποιήσουν ένα μνημόνιο κατανόησης (MoU) εντός των επόμενων 30 ημερών. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ένα ταυτόσημο σχέδιο δράσης με το Μεξικό, ενισχύοντας τη βορειοαμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα. Οι τομείς συνεργασίας καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο ζωής των ορυκτών: από την εξόρυξη και την επεξεργασία μέχρι την παραγωγή και την ανακύκλωση, με ιδιαίτερη έμφαση στην έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών που θα μειώσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων.
Η στρατηγική σημασία των αποθεμάτων. Η τριμερής συμμαχία στοχεύει επίσης στη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών για τα διαθέσιμα αποθέματα και στον συντονισμό των στρατηγικών αποθεματοποίησης. Με την Κίνα να επιβραδύνει συστηματικά τις εγκρίσεις εξαγωγών, η Δύση και η Ιαπωνία επιταχύνουν τις επενδύσεις τους σε εναλλακτικές πηγές, επιδιώκοντας να διαμορφώσουν μια αγορά βασισμένη σε κανόνες διαφάνειας και κοινά πρότυπα ασφαλείας. Η συμφωνία αυτή θεωρείται το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας «ζώνης προτιμησιακού εμπορίου» που θα αλλάξει τα δεδομένα στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα των πρώτων υλών.














