Ένα παγκόσμιο κύμα ρευστοποιήσεων, που εξαφανίζει τρισεκατομμύρια δολάρια χρηματιστηριακής αξίας και επαναφέρει μνήμες από τις μεγαλύτερες κρίσεις των τελευταίων ετών, σαρώνει τις αγορές από τη Wall Street μέχρι το Τόκιο, τη Σεούλ και την Ταϊπέι. Η εκρηκτική άνοδος των μετοχών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη έχει δώσει τη θέση της σε ένα βίαιο selloff, καθώς οι επενδυτές επανεξετάζουν τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών κολοσσών και τις προοπτικές των τεράστιων επενδύσεων σε υποδομές AI.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ λειτούργησε ως καταλύτης, ενισχύοντας τις ανησυχίες ότι η νέα ισορροπία δυνάμεων στο Κογκρέσο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερο έλεγχο της τεχνητής νοημοσύνης και σε περιορισμούς στην κατασκευή νέων data centers. Πρόκειται για έναν κλάδο στον οποίο έχουν κατευθυνθεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, στηρίζοντας μεγάλο μέρος του χρηματιστηριακού ράλι των προηγούμενων μηνών.
Το αποτέλεσμα είναι μια αλυσιδωτή κατάρρευση των τεχνολογικών μετοχών, η οποία πλέον παρασύρει σχεδόν το σύνολο της αγοράς, από τις τράπεζες και τις βιομηχανίες έως τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Ασία: Βουτιά έως 9%, αναστολή συναλλαγών στη Νότια Κορέα, προς bearmarket το Τόκιο
Στο επίκεντρο των πιέσεων βρίσκεται η Ασία, όπου οι χρηματιστηριακές αγορές ακολουθούν τη χθεσινή κατρακύλα της Wall Street, με τις εταιρείες ημιαγωγών να δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις.
Στην Ιαπωνία, ο Nikkei 225 υποχώρησε ενδοσυνεδριακά έως 7,1%, αγγίζοντας τις 56.745,81 μονάδες, προτού περιορίσει μέρος των απωλειών του. Στο διάλειμμα της συνεδρίασης βρισκόταν στις 57.858,61 μονάδες, με πτώση 5,27% ή 3.219 μονάδων. Η απόσταση του δείκτη από το υψηλό του Ιουνίου έφτασε προσωρινά το 20%, φέρνοντάς τον στα όρια μιας τεχνικής bear market.
Ακόμη πιο δραματική ήταν η εικόνα στη Νότια Κορέα, όπου ο Kospi βυθίστηκε έως 8,8%, ενεργοποιώντας μηχανισμό αυτόματης διακοπής των συναλλαγών για 20 λεπτά. Ο δείκτης διολίσθησε έως τις 4.911 μονάδες, στο χαμηλότερο επίπεδο εννέα μηνών, πριν ανακτήσει μέρος του χαμένου εδάφους. Σε μεταγενέστερη ένδειξη του Reuters, οι απώλειες είχαν περιοριστεί στο 3,9%, καθώς εγχώριοι ιδιώτες και θεσμικοί επενδυτές προχώρησαν σε αγορές, απορροφώντας μέρος των πωλήσεων από ξένα κεφάλαια.
Ισχυρότατες πιέσεις δέχεται και η Ταϊβάν, με τον Taiex να καταγράφει νωρίτερα πτώση άνω του 8%, καθώς οι επενδυτές αποσύρονται από τους κατασκευαστές ημιαγωγών και τους προμηθευτές εξοπλισμού για συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Στο στόχαστρο των πωλητών βρέθηκαν η νοτιοκορεατική SK Hynix, με ενδοσυνεδριακές απώλειες άνω του 13%, και η Samsung Electronics, που υποχώρησε περισσότερο από 10% πριν περιορίσει την πτώση της. Στην Ιαπωνία, οι SoftBank, Advantest, Tokyo Electron και Kioxia κατέγραψαν επίσης διψήφιες ή ιδιαίτερα βαριές απώλειες, ενώ στην Ταϊβάν η TSMC βρέθηκε στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων.
Το selloff επεκτάθηκε και σε άλλες αγορές της περιοχής, με τις μετοχές σε Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη να κινούνται χαμηλότερα, επιβεβαιώνοντας ότι οι ανησυχίες για την AI έχουν εξελιχθεί σε ευρύτερη αποστροφή των επενδυτών προς τον κίνδυνο.
Η νευρικότητα έχει κινητοποιήσει και τις αρχές. Στη Νότια Κορέα πραγματοποιήθηκε έκτακτη κυβερνητική σύσκεψη, με τις αρχές να αποφασίζουν την προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών στις μοχλευμένες επενδύσεις ιδιωτών, προκειμένου να περιορίσουν τις αναγκαστικές πωλήσεις και τη μεταβλητότητα.
Η αφετηρία της αναταραχής βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, όπου η συνεδρίαση της Πέμπτης εξελίχθηκε σε μία από τις χειρότερες για τις αμερικανικές μετοχές από την αναταραχή που είχαν προκαλέσει οι δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ τον Απρίλιο του 2025.
Ο Dow Jones κατέρρευσε κατά 1.833,06 μονάδες ή 3,44%, κλείνοντας στις 51.523,06 μονάδες. Ο S&P 500 έχασε 4,36% και υποχώρησε στις 7.353,73 μονάδες, ενώ ο Nasdaq Composite βυθίστηκε κατά 5,52%, στις 24.315 μονάδες, εισερχόμενος σε περιοχή διόρθωσης.
Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες του Nasdaq 100, ο οποίος διολίσθησε κατά περίπου 6,4%, καταγράφοντας τη χειρότερη ημερήσια επίδοση από την κορύφωση της πανδημικής κρίσης τον Μάρτιο του 2020.
Μόνο ο Nasdaq 100 έχασε περίπου 2,3 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας μέσα σε μία ημέρα, ενώ συνολικά η καταστροφή αξίας στις εταιρείες του S&P 500 υπολογίζεται κοντά στα 3 τρισ. δολάρια.
Οι πιέσεις ήταν καθολικές. Και οι 11 κλάδοι του S&P 500 ολοκλήρωσαν τη συνεδρίαση με απώλειες, ενώ και οι 30 μετοχές που απαρτίζουν τον Dow Jones κινήθηκαν σε αρνητικό έδαφος.
Η Nvidia, η πολυτιμότερη εισηγμένη εταιρεία στον κόσμο, κατέγραψε πτώση άνω του 9%, διαγράφοντας τα κέρδη που είχε συγκεντρώσει από την αρχή του έτους. Η Broadcom υποχώρησε περίπου 10%, η Qualcomm 9% και η Oracle σχεδόν 7%, ενώ ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν επίσης εταιρείες όπως η CoreWeave, η Nebius και η Iren.
Ο δείκτης Philadelphia Semiconductor Index (SOX) σημείωσε βουτιά 12%, τη μεγαλύτερη από τον Μάρτιο του 2020, με τις συνολικές απώλειές του από το υψηλό του Ιουνίου να ξεπερνούν πλέον το 38%.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το κύμα πωλήσεων δεν περιορίστηκε στους τεχνολογικούς κολοσσούς. Η Caterpillar υποχώρησε 6%, η JPMorgan 4%, ενώ Boeing και Nike έχασαν περίπου 2%. Ο Russell 2000, που αποτυπώνει την πορεία μικρότερων αμερικανικών επιχειρήσεων, κατέγραψε πτώση περίπου 4,5%, εισερχόμενος επίσης σε περιοχή διόρθωσης.
Γιατί κατέρρευσαν οι αγορές μετά τις εκλογές στις ΗΠΑ
Η βίαιη ανατροπή του επενδυτικού κλίματος είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή αν αναλογιστεί κανείς ότι μόλις μία ημέρα νωρίτερα η Wall Street πανηγύριζε για το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών.
Την Τετάρτη, οι επενδυτές είχαν υποδεχθεί θετικά την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, εκτιμώντας ότι ο περιορισμός της πολιτικής ισχύος του Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να επιταχύνει τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν, να αποκλιμακώσει τις τιμές του πετρελαίου και να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο, μέσα σε λίγες ώρες, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από τις προσδοκίες για γεωπολιτική αποκλιμάκωση στους κινδύνους που απειλούν το επενδυτικό αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι αγορές ανησυχούν ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να επιδιώξουν αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα data centers, ιδιαίτερα μετά τις τοπικές αντιδράσεις που καταγράφηκαν σε αμερικανικές κοινότητες για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και την επιβάρυνση των υποδομών.
Για εταιρείες που έχουν στηρίξει τις αποτιμήσεις τους στην προσδοκία συνεχούς αύξησης των επενδύσεων σε υπολογιστική ισχύ, ακόμη και μια επιβράδυνση των σχεδίων κατασκευής νέων εγκαταστάσεων θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις μελλοντικές προβλέψεις κερδοφορίας.
Όπως επισημαίνει ο Μάικλ Ο’Ρουρκ, επικεφαλής στρατηγικής της JonesTrading, οι εκτιμήσεις για τα κέρδη των επόμενων ετών έχουν βασιστεί σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον ταχύτατης ανάπτυξης. Εάν αυτό μεταβληθεί λόγω πολιτικών παρεμβάσεων, οι σημερινές αποτιμήσεις ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται πλέον στις πραγματικές προοπτικές των εταιρειών.
Φόβοι για φούσκα στην AI και αναγκαστικές πωλήσεις
Πέρα από τις πολιτικές εξελίξεις, το selloff φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις ανησυχίες ότι η χρηματιστηριακή άνοδος των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά υπερβολής.
Η συγκέντρωση τεράστιων κεφαλαίων σε περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών ομίλων είχε δημιουργήσει μια αγορά ιδιαίτερα ευάλωτη σε αιφνίδιες αλλαγές του επενδυτικού κλίματος.
«Μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από το 2008 ή το 2001», αναφέρει ο Γκρεγκ Τέιλορ, επικεφαλής επενδύσεων της PenderFund Capital Management, παραπέμποντας στις προηγούμενες μεγάλες χρηματοπιστωτικές αναταραχές.
Η εικόνα επιδεινώνεται από τις αναγκαστικές ρευστοποιήσεις κερδοσκοπικών κεφαλαίων και hedge funds, που υποχρεώνονται να περιορίσουν την έκθεσή τους σε μετοχές υψηλού κινδύνου.
Ενδεικτική είναι η πτώση 8,2% του iShares MSCI USA Momentum Factor ETF, που επενδύει σε μετοχές με ισχυρή προηγούμενη χρηματιστηριακή επίδοση. Ήταν η χειρότερη ημέρα του από το 2020.
Παράλληλα, καλάθι της Goldman Sachs με τις περισσότερο shortαρισμένες μετοχές υποχώρησε σχεδόν 8%, ενώ οι μη κερδοφόρες τεχνολογικές εταιρείες έχασαν 7,7%.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με διαχειριστές κεφαλαίων, είναι ότι οι πωλητές πολλαπλασιάζονται την ώρα που οι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές αποφεύγουν να τοποθετηθούν εκ νέου στην αγορά, επιτείνοντας την πτωτική δυναμική.
Στα ύψη ο δείκτης φόβου – Καταφύγιο τα ομόλογα
Η έκταση της αναταραχής αποτυπώνεται και στον δείκτη μεταβλητότητας VIX, γνωστό ως «δείκτη φόβου» της Wall Street, ο οποίος εκτινάχθηκε κατά 11,57 μονάδες, κλείνοντας στις 28,18 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές στρέφονται μαζικά στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, αναζητώντας προστασία από τις χρηματιστηριακές απώλειες.
Οι αποδόσεις των ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου υποχώρησαν έως και 12 μονάδες βάσης σε διάφορες διάρκειες, αγγίζοντας τα χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ οι συναλλαγές στα προθεσμιακά συμβόλαια κινήθηκαν περίπου 40% υψηλότερα από τον μέσο όρο των τελευταίων 20 ημερών.
Αντίστοιχη τάση καταγράφεται και στην Ασία, με το ιαπωνικό γεν να προσελκύει επενδυτικό ενδιαφέρον και τις αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών τίτλων να υποχωρούν.
Το μεγάλο ερώτημα για την επόμενη ημέρα
Το βασικό ερώτημα για τους επενδυτές είναι πλέον εάν πρόκειται για μια βίαιη αλλά προσωρινή διόρθωση ή για την αρχή μιας βαθύτερης ανατροπής στην αγορά της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Τζουνπέι Τανάκα της Pictet Asset Management Japan περιγράφει την εικόνα ως πωλήσεις πανικού, επισημαίνοντας ότι η αγορά βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, στο οποίο θα κριθεί αν το ράλι της AI ολοκληρώνεται ή απλώς περνά μια περίοδο προσωρινής υποχώρησης.
Πάντως, δεν συμμερίζονται όλοι την απαισιοδοξία. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι οι επενδυτές ενδέχεται να υπεραντιδρούν στις πολιτικές εξελίξεις, καθώς μια αυστηρότερη ρύθμιση δεν συνεπάγεται απαραίτητα ακύρωση των επενδύσεων σε τεχνητή νοημοσύνη.
Η προσοχή στρέφεται τώρα στην πορεία των ασιατικών αγορών, στα προθεσμιακά συμβόλαια της Wall Street και στις πρώτες αντιδράσεις των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων.
Το βέβαιο είναι ότι η αίσθηση πως οι μετοχές της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να ανεβαίνουν διαρκώς έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα των τελευταίων ετών. Και όσο οι επενδυτές αμφισβητούν τις αποτιμήσεις και τις προσδοκίες κερδοφορίας του κλάδου, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το selloff να επεκταθεί ακόμη περισσότερο στην παγκόσμια αγορά.














