Σε στάση αναμονής αναμένεται να παραμείνει σήμερα, Πέμπτη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, διατηρώντας αμετάβλητα τα επιτόκια, καθώς επιχειρεί να αξιολογήσει τις επιπτώσεις από τη νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και την αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων της Γαλλίας. Με τον πληθωρισμό να κινείται κοντά στο διπλάσιο του στόχου της και την οικονομία της Ευρωζώνης να εμφανίζει σημάδια κόπωσης, η Φρανκφούρτη καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων και στον κίνδυνο περαιτέρω επιβράδυνσης της ανάπτυξης.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, όλοι οι οικονομολόγοι πλην ενός προβλέπουν ότι το επιτόκιο καταθέσεων θα παραμείνει στο 2,5% κατά τη σημερινή συνεδρίαση. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε μία τρίτη και τελευταία αύξηση τον Δεκέμβριο, όταν θα παρουσιαστούν οι νέες οικονομικές προβλέψεις, οι οποίες θα αποτυπώνουν την αναμενόμενη πορεία των τιμών καταναλωτή έως το 2028.
Οι εκτιμήσεις αυτές διαμορφώνονται σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενων διαταραχών στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν. Μετά την αναμενόμενη αύξηση του Δεκεμβρίου, οι οικονομολόγοι προβλέπουν μείωση των επιτοκίων το 2028.
Παρότι ο πληθωρισμός βρίσκεται ήδη σχεδόν στο διπλάσιο του στόχου του 2%, το γεγονός ότι οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στον ενεργειακό τομέα δίνει στους υπευθύνους χάραξης νομισματικής πολιτικής μεγαλύτερα περιθώρια να εξετάσουν προσεκτικά τα επόμενα βήματά τους.
Την ίδια στιγμή, η οικονομία της Ευρωζώνης, η οποία έχει επιδείξει μέχρι στιγμής αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, αρχίζει να χάνει δυναμική.
Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν προειδοποιήσει ότι η πρόσφατη αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων θα επιβαρύνει την οικονομική ανάπτυξη, παρότι ταυτόχρονα συμβάλλει στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη στη Γαλλία, όπου το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και οι κοινωνικές αναταραχές έχουν προκαλέσει εντονότερες πιέσεις στις αγορές.
Τα προβλήματα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης επαναφέρουν μνήμες από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, τροφοδοτώντας εικασίες για το ενδεχόμενο παρέμβασης της ΕΚΤ ή για μια πιο συγκρατημένη στάση απέναντι σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Η ΕΚΤ ακολουθεί αυτή την εβδομάδα την ίδια γραμμή με την Fed και, πιθανότατα, την Τράπεζα της Ιαπωνίας, οι οποίες επιλέγουν επίσης να διατηρήσουν αμετάβλητο το κόστος δανεισμού.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στη συνέντευξη Τύπου της Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία είναι προγραμματισμένη για τις 14:45 στη Φρανκφούρτη, μισή ώρα μετά την ανακοίνωση των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ αναμένεται να δεχθεί ερωτήσεις τόσο για τις οικονομικές προκλήσεις όσο και για το αβέβαιο μέλλον της στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας.
Επιτόκια: Γιατί η ΕΚΤ προτιμά να περιμένει έως τον Δεκέμβριο
Ορισμένοι αξιωματούχοι έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι θα χρειαστεί νέα παρέμβαση, καθώς ο πληθωρισμός πλησιάζει το 4%.
Η διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα και μια νέα αύξηση τον Δεκέμβριο θα επέτρεπαν στην ΕΚΤ να συνεχίσει την τριμηνιαία πορεία νομισματικής σύσφιγξης, χωρίς να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αντιδρά σπασμωδικά στις εξελίξεις.
Η Λαγκάρντ και άλλοι αξιωματούχοι έχουν επισημάνει ότι μια «μετρημένη» προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής εξακολουθεί να αποτελεί την ενδεδειγμένη επιλογή.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι η αβεβαιότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή, καθώς οι προοπτικές του πληθωρισμού εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Τι εκτιμά το Bloomberg Economics
Οι οικονομολόγοι του Bloomberg Economics, Ντέιβιντ Πάουελ και Σιμόνα Ντέλε Κιάιε, θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι η ΕΚΤ θα κάνει παύση στη συνεδρίαση της 28ης και 29ης Οκτωβρίου.
Όπως επισημαίνουν, το αυξημένο κόστος δανεισμού έχει ήδη οδηγήσει σε αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Σε συνδυασμό με την αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα επιδιώξουν να αποφύγουν κινήσεις που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κατάσταση.
«Η αγορά προεξοφλεί ότι θα χρειαστεί να κάνουμε περισσότερα», δήλωσε αυτόν τον μήνα στο Bloomberg Television το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Πιερ Βουνς.
Όπως ανέφερε, αυτό το βασικό σενάριο φαίνεται εύλογο, ωστόσο ο κόσμος βρίσκεται σε μια περίοδο εξαιρετικά μεγάλης αβεβαιότητας.
Τα επιτόκια βρίσκονται σήμερα στο ανώτερο όριο ενός εύρους που θεωρείται ακόμη ουδέτερο για την οικονομική δραστηριότητα.
Για να αυξηθούν σημαντικά πάνω από αυτό το επίπεδο, θα απαιτούνταν πιθανότατα σαφέστερες ενδείξεις δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων, όπως υψηλότερες μισθολογικές διεκδικήσεις, που θα υποδήλωναν ότι ο πληθωρισμός αποκτά πιο επίμονα χαρακτηριστικά.
Τα νέα οικονομικά στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί μετά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου είναι σχετικά περιορισμένα.
Περισσότερες ενδείξεις αναμένονται την Παρασκευή, όταν η Eurostat θα ανακοινώσει τα στοιχεία για την οικονομική ανάπτυξη του τρίτου τριμήνου, ενώ οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης θα δημοσιεύσουν τα στοιχεία πληθωρισμού του Οκτωβρίου.
Γαλλία: Η κρίση στα ομόλογα και το δίλημμα της ΕΚΤ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η Λαγκάρντ θα τοποθετηθεί απέναντι στις έντονες διακυμάνσεις της αγοράς γαλλικών ομολόγων.
Οι επενδυτές παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις, καθώς υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι οι πιέσεις επεκτείνονται και σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία.
Η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών δεκαετών ομολόγων εκτινάχθηκε πρόσφατα σε υψηλό 15ετίας, καθώς η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, πολιτικό κατακερματισμό και κοινωνικές αναταραχές.
Η κατάσταση δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ, καθώς τα εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων που διαθέτει δεν έχουν σχεδιαστεί για να επιλύουν τα προβλήματα υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μέχρι στιγμής, οι αξιωματούχοι έχουν απορρίψει τις εκτιμήσεις ότι ενδέχεται να χρειαστεί ενεργοποίηση του λεγόμενου Μηχανισμού Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI).
Το συγκεκριμένο εργαλείο δημιουργήθηκε το 2022 και επιτρέπει στην ΕΚΤ να προχωρεί σε αγορές ομολόγων χωρίς προκαθορισμένο ποσοτικό όριο, όταν παρατηρούνται αδικαιολόγητες και ανεξέλεγκτες κινήσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η προσωρινή αναστολή της ποσοτικής σύσφιγξης, δηλαδή της διαδικασίας μέσω της οποίας η ΕΚΤ μειώνει σταδιακά το χαρτοφυλάκιο ομολόγων που είχε αποκτήσει κατά την περίοδο του χαμηλού πληθωρισμού.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μια τέτοια κίνηση θα συγκέντρωνε την υποστήριξη του Διοικητικού Συμβουλίου.
«Το όριο για να υπάρξει παρέμβαση θα είναι πολύ υψηλό», δήλωσε στο Bloomberg Television η Νανέτ Χέχλερ-Φεϊντ’Ερμπ, επικεφαλής επενδύσεων για την περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής στη Lombard Odier.
Όπως εκτίμησε, η ΕΚΤ δύσκολα θα χρησιμοποιήσει εργαλεία όπως το TPI, εκτός εάν προκύψει πραγματικός κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης, διαταραχής της ομαλής λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών ή περιορισμού της ρευστότητας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Λαγκάρντ: Φουντώνουν τα σενάρια πρόωρης αποχώρησης
Πέρα από τις αποφάσεις για τα επιτόκια και την κατάσταση στη Γαλλία, το ενδιαφέρον στρέφεται και στο μέλλον της Κριστίν Λαγκάρντ στην ηγεσία της ΕΚΤ.
Οι φήμες για πρόωρη αποχώρησή της συνεχίζονται, ιδιαίτερα μετά την επιβεβαίωση από την ίδια ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τη θέση της «λίγους μήνες» πριν από τη λήξη της θητείας της, τον Οκτώβριο του 2027.
Η αβεβαιότητα αυτή προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη ανυπομονησία μεταξύ των υπόλοιπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία επιθυμούν να ξεκαθαρίσει σύντομα τις προθέσεις της.
Στους κύκλους της Ευρωζώνης ενισχύεται πλέον η εκτίμηση ότι η Λαγκάρντ θα μπορούσε να αποχωρήσει ήδη από τον Ιανουάριο του 2027.
Εάν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, θα πρέπει να υπάρξει σύντομα σχετική ανακοίνωση, ώστε οι Ευρωπαίοι ηγέτες να διαθέτουν τον απαραίτητο χρόνο για να επιλέξουν τον διάδοχό της.
Η σημερινή συνέντευξη Τύπου αποκτά έτσι πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς η πρόεδρος της ΕΚΤ καλείται να τοποθετηθεί τόσο για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο και για το προσωπικό της μέλλον σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη νομισματική ένωση.















