Κομβικά σημεία στον εντεινόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό για τον έλεγχο στρατηγικών εμπορικών λιμανιών αναδεικνύει τον Πειραιά και την Ελευσίνα άρθρο του «Economist».
Στην ανάλυσή του ο αρθρογράφος του «Economist» επισημαίνει ότι ο Πειραιάς και η Ελευσίνα βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο ενός ευρύτερου διεθνούς ανταγωνισμού για τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών, καθώς τα μεγάλα εμπορικά λιμάνια μετατρέπονται ολοένα περισσότερο σε εργαλεία γεωοικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Στο ίδιο άρθρο το αμερικανικό περιοδικό εντάσσει την Ελλάδα στον παγκόσμιο «αγώνα δρόμου» για τα λιμάνια, επισημαίνοντας ότι ο Πειραιάς αποτελεί ήδη έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της Ευρώπης, ενώ η Ελευσίνα αναδεικνύεται σε νέο πεδίο στρατηγικού ενδιαφέροντος.
Ο Πειραιάς έχει αποκτήσει κεντρικό ρόλο στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, λειτουργώντας ως βασική πύλη εισόδου ασιατικών προϊόντων προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Η σημασία του ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το λιμάνι ελέγχεται κατά πλειοψηφία από την κινεζική COSCO, κάτι που εδώ και χρόνια προκαλεί ανησυχία σε δυτικές κυβερνήσεις για την έκταση της επιρροής του Πεκίνου σε στρατηγικές υποδομές της Ευρώπης.
Το Reuters είχε μεταδώσει ήδη από το 2025 ότι η COSCO διατηρεί το 67% του λιμανιού, ενώ ο «Economist» σημειώνει ότι ο Πειραιάς διακινεί πάνω από 4 εκατομμύρια εμπορευματοκιβώτια τον χρόνο.
Στην Ελευσίνα μια φορά…
Μόλις λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα, η Ελευσίνα εμφανίζεται ως ανερχόμενο αντίβαρο σε αυτό το περιβάλλον ανταγωνισμού.
Δεν πρόκειται ακόμη για λιμένα του μεγέθους του Πειραιά, ωστόσο η εμπορική και βιομηχανική της προοπτική έχει αρχίσει να προσελκύει έντονο ενδιαφέρον.
Η ελληνική διαδικασία παραχώρησης του εμπορικού λιμένα της Ελευσίνας βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με το έργο να θεωρείται σημαντικό για τη συνολική αναδιάταξη των logistics στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ελληνικά οικονομικά ΜΜΕ καταγράφουν ότι ο διαγωνισμός προωθείται μέσω του Growthfund (σ.σ. Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, γνωστή και ως Growthfund/Υπερταμείο), και ότι η περιοχή αποκτά σταδιακά μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος.
Το παράδειγμα των Στενών του Ορμούζ
Η σημασία αυτής της αντιπαράθεσης εξηγείται εύκολα από τον ρόλο της ναυτιλίας στην παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με την UNCTAD, πάνω από το 80% του διεθνούς εμπορίου σε όγκο μεταφέρεται διά θαλάσσης. Αυτό σημαίνει ότι τα λιμάνια δεν είναι απλώς οικονομικές υποδομές, αλλά κρίσιμα σημεία ελέγχου εμπορικών ροών, εφοδιαστικής ασφάλειας και πολιτικής επιρροής.
Οι πρόσφατες κρίσεις – από την πανδημία έως τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και στα Στενά του Ορμούζ – κατέδειξαν πόσο εύθραυστο μπορεί να γίνει το διεθνές σύστημα όταν απειλούνται κομβικές θαλάσσιες διαδρομές.
Ο «Economist» εντάσσει την ελληνική περίπτωση σε ένα πολύ μεγαλύτερο παγκόσμιο μοτίβο.
Το περιοδικό αναφέρει ότι κινεζικές εταιρείες διαχειρίζονται ή έχουν οικονομικό μερίδιο σε τουλάχιστον 129 λιμάνια εκτός Κίνας και έχουν επενδύσει τουλάχιστον 80 δισεκατομμύρια δολάρια σε παγκόσμιες λιμενικές υποδομές. Σημειώνει, επίσης, ότι πάνω από το 1/3 αυτών των λιμανιών βρίσκεται κοντά σε στρατηγικά περάσματα όπως, τα Στενά της Μάλακα, του Ορμούζ και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Η δυτική απάντηση σε αυτή την κινεζική επέκταση γίνεται ολοένα πιο εμφανής. Οι ΗΠΑ, αλλά και άλλοι σύμμαχοί τους, δεν αντιμετωπίζουν πλέον τα λιμάνια μόνο ως εμπορικούς κόμβους, αλλά ως κρίσιμα σημεία γεωστρατηγικής επιρροής.
Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, η Σιγκαπούρη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιταχύνουν και αυτές τις επενδύσεις τους σε λιμενικές υποδομές, επιδιώκοντας να ενισχύσουν τη θέση τους στους παγκόσμιους εμπορικούς χάρτες.
Χώρα – κόμβος η Ελλάδα
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω γεωγραφίας.
Ο Πειραιάς βρίσκεται σε προνομιακή θέση ως κοντινός ευρωπαϊκός προορισμός για τα φορτία που περνούν από το Σουέζ, ενώ η Ελευσίνα μπορεί να αποκτήσει ρόλο συμπληρωματικής ή εναλλακτικής υποδομής.
Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη και η Αλεξανδρούπολη προσθέτουν νέες διαστάσεις στον χάρτη, καθώς η μία συνδέεται περισσότερο με βαλκανικά εμπορικά δίκτυα και η άλλη με στρατιωτικο-ενεργειακή σημασία για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα, από χώρα – πέρασμα, μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε χώρα – κόμβο.
Ωστόσο, ο παγκόσμιος «πυρετός των λιμανιών» δεν στερείται κινδύνων. Ο «Economist» προειδοποιεί ότι η υπερεπένδυση σε λιμενικές εγκαταστάσεις μπορεί να οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα, χαμηλές αποδόσεις και πολιτικά κατευθυνόμενες επιλογές που δεν συμβαδίζουν πάντα με την εμπορική λογική.
Όσο περισσότερα κράτη επιδιώκουν να καταστούν παγκόσμιοι κόμβοι logistics, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν υποδομές που δεν θα αξιοποιηθούν στον βαθμό που είχε αρχικά προβλεφθεί.
Παρά τις αβεβαιότητες, το μόνο βέβαιο είναι ότι ο ανταγωνισμός για τα λιμάνια θα ενταθεί.
Και μέσα σε αυτόν τον νέο χάρτη, ο Πειραιάς και η Ελευσίνα δεν αποτελούν απλώς δύο ελληνικά λιμάνια, αλλά δύο σημεία πάνω στα οποία αποτυπώνεται με όλο και πιο καθαρό τρόπο η σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις του 21ου αιώνα.













