Σημαντική ανατροπή στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για το μέλλον της αυτοκίνησης προδιαγράφεται στις Βρυξέλλες, καθώς διαμορφώνεται πολιτική πλειοψηφία υπέρ της χαλάρωσης των περιβαλλοντικών περιορισμών που θα ίσχυαν από το 2035. Η εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για τη διατήρηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης στην ευρωπαϊκή αγορά και μετά τη συγκεκριμένη χρονιά, προσφέροντας μεγαλύτερα περιθώρια προσαρμογής στις αυτοκινητοβιομηχανίες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται συμφωνία μεταξύ των τριών βασικών πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία προβλέπει ηπιότερους στόχους περιορισμού των εκπομπών ρύπων και πρόσθετες δυνατότητες συμμόρφωσης για τους κατασκευαστές οχημάτων.
Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), οι Σοσιαλιστές και η φιλελεύθερη ομάδα Renew κατέληξαν σε κοινή προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία εταιρείες όπως η BMW, η Stellantis και ο όμιλος Volkswagen θα υποχρεούνται να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 87,5% έως το 2035.
Παράλληλα, προβλέπεται δυνατότητα αντιστάθμισης επιπλέον 7,5% μέσω της χρήσης πράσινου χάλυβα, δημιουργώντας έναν διαφορετικό μηχανισμό συμμόρφωσης από εκείνον που είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Η συμφωνία αποτελεί σημαντική πολιτική εξέλιξη για τον κλάδο, χωρίς ωστόσο να συνιστά ακόμη οριστική αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
«Εκτός τραπεζιού» η απαγόρευση των συμβατικών κινητήρων
Την ικανοποίησή του για τη συμφωνία εξέφρασε ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ, υποστηρίζοντας ότι η νέα προσέγγιση ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.
«Η συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί επιτυχία για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «η απαγόρευση του κινητήρα εσωτερικής καύσης δεν βρίσκεται πλέον στο τραπέζι».
Ο ίδιος χαρακτήρισε την εξέλιξη θετική για τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένων του κλάδου.
Η νέα πρόταση κινείται κοντά στη συμφωνία που είχαν επιτύχει την προηγούμενη εβδομάδα Γαλλία και Γερμανία, αν και υπάρχουν διαφοροποιήσεις.
Η γαλλογερμανική προσέγγιση προέβλεπε μείωση εκπομπών κατά 90%, χωρίς δυνατότητα αντιστάθμισης για το υπόλοιπο 10%. Αντίθετα, η συμφωνία των ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων εισάγει χαμηλότερο άμεσο στόχο και ειδική πρόβλεψη για τον πράσινο χάλυβα.
Εφόσον οι αλλαγές εγκριθούν, θα αρθεί η απαίτηση τα νέα αυτοκίνητα που πωλούνται από το 2035 να είναι κλιματικά ουδέτερα, επιτρέποντας τη συνέχιση της διάθεσης οχημάτων με συμβατικούς κινητήρες υπό τους αναθεωρημένους κανόνες.
Τα επόμενα βήματα και η αντιπαράθεση για την ηλεκτροκίνηση
Η συμφωνία δεν ολοκληρώνει τη νομοθετική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη πρέπει πρώτα να διαμορφώσουν τις αντίστοιχες θέσεις τους, προτού ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για το τελικό κείμενο.
Η ψηφοφορία στην Ευρωβουλή έχει προγραμματιστεί για τα τέλη Νοεμβρίου, με το αποτέλεσμα να αποτελεί καθοριστικό βήμα για την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής στην αυτοκίνηση.
Οι κατασκευαστές υποστηρίζουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερη ευελιξία, προκειμένου να προστατεύσουν την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγική βάση του κλάδου.
Στον αντίποδα, οι επικριτές της χαλάρωσης προειδοποιούν ότι η αποδυνάμωση των κλιματικών στόχων μπορεί να διευρύνει την απόσταση της Ευρώπης από την Κίνα, η οποία αποτελεί ισχυρό ανταγωνιστή στην παγκόσμια αγορά ηλεκτρικών οχημάτων.
Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης ευνοϊκότερες προβλέψεις για τα λεγόμενα supercredits, που συνδέονται με τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα με μπαταρία (BEV), καθώς και χαλάρωση των περιορισμών για ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και βαν.
Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία αποκτά έτσι προοπτική μεγαλύτερης τεχνολογικής ευελιξίας, με τη συζήτηση να μετατοπίζεται από την πλήρη κατάργηση των συμβατικών κινητήρων στην προσαρμογή των στόχων μείωσης των εκπομπών.
Η οριστική μορφή των κανόνων θα κριθεί στις επόμενες διαπραγματεύσεις, καθώς η ΕΕ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις κλιματικές δεσμεύσεις και στις πιέσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία αυτοκινήτου.















