Η πολιτική επιβίωση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, παρά τρία χρόνια σχεδόν αδιάκοπων πολεμικών συγκρούσεων, τη βαθιά κοινωνική πόλωση και τη σφοδρή αμφισβήτηση της κυβέρνησής του, αναδεικνύεται στο σημαντικότερο στοιχείο των ισραηλινών εκλογών. Ο βετεράνος πρωθυπουργός φαίνεται να επιτυγχάνει καλύτερο αποτέλεσμα από εκείνο που προέβλεπαν αρκετές δημοσκοπήσεις, χωρίς ωστόσο να έχει εξασφαλίσει τον αριθμό των εδρών που απαιτείται για να παραμείνει στην εξουσία.
Η αναμέτρηση εξελίσσεται έτσι σε μια σύνθετη πολιτική εξίσωση, στην οποία το τελικό αποτέλεσμα της κάλπης ενδέχεται να αποδειχθεί λιγότερο καθοριστικό από τις συμμαχίες που θα διαμορφωθούν τις επόμενες εβδομάδες. Με την αντιπολίτευση να επιδιώκει την απομάκρυνση του Νετανιάχου και τα αραβικά κόμματα να αποκτούν ενισχυμένη κοινοβουλευτική παρουσία, το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων ή ακόμη και νέων εκλογών.
Το πολιτικό διακύβευμα, ωστόσο, ξεπερνά τα εσωτερικά σύνορα της χώρας. Η στενή σχέση του Νετανιάχου με τον Ντόναλντ Τραμπ, τα σενάρια νέας στρατιωτικής επίθεσης εναντίον του Ιράν και οι επιπτώσεις των πολέμων στην οικονομία καθιστούν την επόμενη κυβέρνηση κρίσιμο παράγοντα για τις εξελίξεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Το προβάδισμα Νετανιάχου και οι κρίσιμες ψήφοι που απομένουν
Με καταμετρημένο περίπου το 50% των ψήφων, ο συνασπισμός του Νετανιάχου προβλέπεται να εξασφαλίσει 56 έδρες στην Κνέσετ, το ισραηλινό κοινοβούλιο των 120 εδρών, έναντι 48 του συνασπισμού του Γκάντι Άιζενκοτ. Οι υπόλοιπες 16 έδρες αναμένεται να κατανεμηθούν στα δύο αραβικά κόμματα.
Η εικόνα αυτή διαφέρει σημαντικά από τα αρχικά exit polls, που εμφάνιζαν την αντιπολίτευση να προηγείται ή τα δύο μεγάλα στρατόπεδα να βρίσκονται σε ισοπαλία.
Πάντως, ακόμη και με το προβάδισμα που καταγράφεται, ο Νετανιάχου υπολείπεται των 61 εδρών που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι το αποτέλεσμα παραμένει εξαιρετικά ρευστό. Η αρχική καταμέτρηση έχει επηρεαστεί από το γεγονός ότι προέρχεται σε μεγαλύτερο βαθμό από περιοχές με ισχυρή εκλογική υποστήριξη προς τη δεξιά, γεγονός που ενδέχεται να ευνοεί προσωρινά το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες ψήφοι δεν έχουν ακόμη καταμετρηθεί, κυρίως από στρατιωτικές βάσεις, αλλά και από νοσοκομεία και διπλωματικές αποστολές.
Οι συγκεκριμένες ψήφοι έχουν ιστορικά εμφανίσει μεγαλύτερη κλίση προς τη δεξιά, χωρίς αυτό να επιτρέπει ασφαλή πρόβλεψη για τη φετινή κατανομή τους.
Η καταμέτρηση των περισσότερων ψήφων από τα εκλογικά τμήματα αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός της Τετάρτης, ενώ για την ενσωμάτωση των υπόλοιπων ψηφοδελτίων θα απαιτηθούν ακόμη μία ή δύο ημέρες.
Το Λικούντ φαίνεται ότι θα αναδειχθεί το μεγαλύτερο μεμονωμένο κόμμα, αν και εκτιμάται πως θα διαθέτει λιγότερες έδρες από τις εκλογές του 2022, με το Γιασάρ του Άιζενκοτ να ακολουθεί στη δεύτερη θέση.
Η πολιτική ανθεκτικότητα που αιφνιδίασε
Το σημαντικότερο ίσως συμπέρασμα της αναμέτρησης είναι η ανθεκτικότητα του Νετανιάχου απέναντι στη φθορά που προκάλεσαν οι κρίσεις των τελευταίων ετών.
Ο 77χρονος πολιτικός κυριαρχεί στην ισραηλινή πολιτική σκηνή για μεγάλο μέρος της τελευταίας τριακονταετίας. Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η πιο πολύνεκρη ημέρα στην ιστορία του ισραηλινού κράτους, είχε δημιουργήσει την προσδοκία ότι η πολιτική του κυριαρχία θα τερματιζόταν.
Πολλοί Ισραηλινοί τον κατηγορούν ότι απέτυχε να αποτρέψει την επίθεση και ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη για τις σοβαρές αστοχίες στον μηχανισμό ασφαλείας της χώρας.
Ακολούθησαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο, στη Συρία και εναντίον του Ιράν, τις οποίες ο Νετανιάχου και οι υποστηρικτές του παρουσιάζουν ως αναγκαίες για την αποκατάσταση της αποτρεπτικής ισχύος του Ισραήλ.
Παράλληλα, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες αντιδράσεις για τη δικαστική μεταρρύθμιση, ενώ η δίκη του πρωθυπουργού για υποθέσεις διαφθοράς, κατηγορίες που ο ίδιος αρνείται, εξακολουθεί να σκιάζει την πολιτική του πορεία.
Ωστόσο, όλα αυτά δεν φαίνεται να έχουν μεταβάλει ριζικά τους εκλογικούς συσχετισμούς.
Η καθηγήτρια Ταμάρ Χέρμαν, ειδική στις δημοσκοπήσεις στο Israel Democracy Institute, είχε επισημάνει λίγο πριν από την ψηφοφορία ότι η σχετική δύναμη των δύο βασικών στρατοπέδων, υπέρ και κατά του Νετανιάχου, παρέμενε περίπου αμετάβλητη.
Όπως σημείωνε, αρκετοί περίμεναν ότι μετά την 7η Οκτωβρίου ο πρωθυπουργός θα είχε πολιτικά καταρρεύσει ή θα είχε ήδη απομακρυνθεί από την εξουσία. Αυτό, όμως, δεν συνέβη.
Η διαπίστωση υπογραμμίζει πόσο βαθιά ριζωμένες παραμένουν οι πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες στην ισραηλινή κοινωνία.
Ακόμη και οι μεγάλες κρίσεις δεν φαίνεται να έχουν διαρρήξει τους βασικούς δεσμούς ανάμεσα στις πολιτικές παρατάξεις και τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους τους.
Οι Άραβες Ισραηλινοί και η ανατροπή που μπορεί να κρίνει την κυβέρνηση
Η άλλη μεγάλη εξέλιξη της αναμέτρησης είναι η εντυπωσιακή κινητοποίηση των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, οι οποίοι αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού της χώρας και συχνά αυτοπροσδιορίζονται ως Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ.
Η συμμετοχή τους φαίνεται να έφθασε σε πρωτοφανή επίπεδα, καθώς μεγάλο μέρος της αραβικής κοινότητας αντιμετώπισε τις εκλογές ως ευκαιρία απομάκρυνσης της σημερινής κυβέρνησης.
Οι δύο αραβικοί πολιτικοί σχηματισμοί εμφανίζονται να εξασφαλίζουν συνολικά περίπου 16 έδρες, ισοφαρίζοντας ή βελτιώνοντας, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, προηγούμενες υψηλές εκλογικές επιδόσεις.
Εάν επιβεβαιωθεί η εικόνα αυτή, θα αναδειχθούν σε πιθανούς ρυθμιστές των εξελίξεων.
Ωστόσο, η ενίσχυση της κοινοβουλευτικής τους παρουσίας δεν σημαίνει ότι θα αποκτήσουν αυτομάτως και συμμετοχή στη διακυβέρνηση.
Οι περισσότεροι εβραϊκοί σχηματισμοί της αντιπολίτευσης είχαν δεσμευτεί προεκλογικά ότι δεν θα συνεργαστούν με αραβικά κόμματα, επικαλούμενοι θεμελιώδεις διαφωνίες σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας και ασφάλειας.
Αυτή η αντίφαση μπορεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Άιζενκοτ.
Ακόμη και εάν οι αραβικές έδρες μπορούσαν αριθμητικά να του εξασφαλίσουν πλειοψηφία, θα έπρεπε να πείσει τους υπόλοιπους εταίρους του να εγκαταλείψουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις.
Ο Λίμπερμαν, ο Μανσούρ Αμπάς και το ταμπού της συνεργασίας
Χαρακτηριστική είναι η στάση του δεξιού πολιτικού Αβίγκντορ Λίμπερμαν, ενός από τους ηγέτες του αντιπολιτευόμενου στρατοπέδου, ο οποίος είχε δηλώσει ότι δεν θα συμμετάσχει ούτε σε κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξαρτάται από τη στήριξη αραβικών κομμάτων.
Η θέση του αντανακλά το αυξημένο επίπεδο δυσπιστίας απέναντι στους Άραβες πολίτες μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
Αντίθετα, ο Μανσούρ Αμπάς, επικεφαλής του Ραμ, δηλώνει πρόθυμος να συμμετάσχει στην επόμενη κυβέρνηση.
Ο Αμπάς έχει ήδη εμπειρία τέτοιων συνεργασιών, καθώς το κόμμα του είχε συμμετάσχει στον πολυσυλλεκτικό κυβερνητικό συνασπισμό που απομάκρυνε προσωρινά τον Νετανιάχου από την εξουσία την περίοδο 2021-2022.
Ο ίδιος θεωρεί ότι οι προεκλογικές διακηρύξεις δεν αποτελούν απαραίτητα ανυπέρβλητα εμπόδια.
Όπως έχει επισημάνει, οι Ισραηλινοί πολιτικοί συχνά λένε διαφορετικά πράγματα πριν από τις εκλογές και υιοθετούν διαφορετική στάση όταν αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η εκτίμησή του είναι ότι η ανάγκη συγκρότησης μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας μπορεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση των σημερινών αποκλεισμών.
Από την άλλη πλευρά, ο Νετανιάχου και οι σύμμαχοί του έχουν εντείνει την πολιτική αντιπαράθεση με τα αραβικά κόμματα, παρουσιάζοντας την ενδεχόμενη συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση ως απειλή για τον εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους.
Έτσι, η επόμενη κυβέρνηση θα κριθεί όχι μόνο από τον αριθμό των εδρών, αλλά και από το εάν οι πολιτικοί αρχηγοί θα αποδεχθούν συμμαχίες που μέχρι σήμερα θεωρούσαν απαγορευμένες.
Δύο διαφορετικά οράματα για το Ισραήλ
Η εκλογική αναμέτρηση ανέδειξε εκ νέου τις βαθιές κοινωνικές και ιδεολογικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τη χώρα.
Η σημερινή κυβέρνηση του Νετανιάχου, με τη συμμετοχή υπερεθνικιστικών και υπερορθόδοξων εβραϊκών κομμάτων, έχει ακολουθήσει μια έντονα συντηρητική, θρησκευτική και εθνικιστική πολιτική κατεύθυνση.
Απέναντί της βρίσκεται ένα ευρύ και ετερόκλητο αντιπολιτευόμενο στρατόπεδο, σημαντικό μέρος του οποίου επιθυμεί ισχυρότερους φιλελεύθερους και κοσμικούς θεσμούς.
Η διαμάχη για τη Δικαιοσύνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Πριν από την επίθεση της Χαμάς το 2023, εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί είχαν συμμετάσχει σε κινητοποιήσεις εναντίον των κυβερνητικών σχεδίων για την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος, θεωρώντας ότι θα περιοριζόταν η ανεξαρτησία του.
Στην πολιτική αντιπαράθεση παραμένουν επίσης τα ζητήματα της διαφάνειας, της διαφθοράς και της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων νέων Εβραίων.
Το τελευταίο έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω των παρατεταμένων πολεμικών επιχειρήσεων και των αυξημένων αναγκών των ενόπλων δυνάμεων.
Η συμμετοχή στις εκλογές, που προσέγγισε το 78%, αντανακλά τη σημασία που αποδίδουν οι πολίτες σε αυτές τις αντιπαραθέσεις.
Παρά την ένταση, ωστόσο, οι βασικές πολιτικές ισορροπίες φαίνεται να έχουν παραμείνει αξιοσημείωτα σταθερές.
Το Ιράν, ο Τραμπ και ο κίνδυνος νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης
Η σημαντικότερη διεθνής διάσταση της εκλογικής αναμέτρησης αφορά τη μελλοντική πολιτική του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν.
Ο Νετανιάχου έχει διαμορφώσει στενή πολιτική και στρατηγική συνεργασία με τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υποστήριξε δημόσια την επανεκλογή του.
Κατά την ομιλία του προς τους υποστηρικτές του, τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην κοινή επιδίωξη των δύο χωρών να εξαλείψουν την ιρανική απειλή.
Η δήλωση αυτή ενίσχυσε τις εκτιμήσεις ότι ένας νέος γύρος στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά της Τεχεράνης ενδέχεται να βρίσκεται κοντά.
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς στις 3 Νοεμβρίου πραγματοποιούνται οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Τραμπ έχει αφήσει επανειλημμένα ανοιχτό το ενδεχόμενο επανάληψης των επιθέσεων μετά την αμερικανική ψηφοφορία, ενώ η Ουάσιγκτον έχει ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή.
Η παράταση των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό νέας ισραηλινής κυβέρνησης σημαίνει ότι ο Νετανιάχου θα παραμείνει πρωθυπουργός κατά τη μεταβατική περίοδο.
Επομένως, θα μπορούσε να συμμετάσχει στη λήψη αποφάσεων για ενδεχόμενη νέα στρατιωτική επιχείρηση μαζί με τις ΗΠΑ, εφόσον η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίσει να προχωρήσει.
Το ενδεχόμενο αυτό προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πολιτική αβεβαιότητα που επικρατεί στο Ισραήλ.
Τι διαφορετικό θα έφερνε ο Άιζενκοτ
Ο Γκάντι Άιζενκοτ, 66 ετών, πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, έχει επιχειρήσει να παρουσιάσει μια πιο μετριοπαθή εναλλακτική απέναντι στον Νετανιάχου.
Ωστόσο, οι θέσεις του για την εθνική ασφάλεια παραμένουν αυστηρές και δεν σηματοδοτούν πλήρη αλλαγή της στρατηγικής του Ισραήλ.
Στο ζήτημα του Ιράν, ο Άιζενκοτ θεωρεί ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας πρέπει να περιοριστεί, ακόμη και με στρατιωτικά μέσα εφόσον κριθεί αναγκαίο.
Διαφωνεί, όμως, με την επιδίωξη ανατροπής του καθεστώτος της Τεχεράνης, την οποία θεωρεί μη ρεαλιστικό στόχο.
Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία, καθώς αφορά όχι μόνο τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν απέναντι στο Ιράν, αλλά κυρίως τον τελικό στρατηγικό σκοπό μιας ενδεχόμενης νέας στρατιωτικής επιχείρησης.
Μια κυβέρνηση Άιζενκοτ δεν θα σήμαινε απαραίτητα εγκατάλειψη της στρατιωτικής πίεσης, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό σχεδιασμό και σε μεγαλύτερη έμφαση στον περιορισμό συγκεκριμένων απειλών.
Παράλληλα, για τους Παλαιστινίους στη Γάζα και στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, μια αλλαγή ηγεσίας δεν αναμένεται να προκαλέσει άμεση μεταβολή της ισραηλινής πολιτικής.
Και οι δύο βασικοί διεκδικητές έχουν απορρίψει τη λύση των δύο κρατών, επικαλούμενοι την ασφάλεια του Ισραήλ.
Ο Άιζενκοτ έχει, πάντως, καταδικάσει την υποστήριξη που, όπως καταγγέλλει, προσφέρει η σημερινή κυβέρνηση σε Ισραηλινούς εποίκους που έχουν επιτεθεί σε Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη.
Η οικονομία στη σκιά των πολέμων
Παρά τις μεγάλες προκλήσεις, η οικονομία δεν βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής συζήτησης.
Το Ισραήλ έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις διαδοχικές πολεμικές συγκρούσεις, με το σέκελ και το χρηματιστήριο της χώρας να καταγράφουν φέτος καλύτερες επιδόσεις από πολλές αντίστοιχες αγορές ανεπτυγμένων οικονομιών.
Ωστόσο, η θετική εικόνα των χρηματοπιστωτικών αγορών δεν αναιρεί τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα δημόσια οικονομικά.
Ο επόμενος πρωθυπουργός θα κληθεί να διαχειριστεί έναν ιδιαίτερα αυξημένο αμυντικό προϋπολογισμό, την άνοδο του δημόσιου χρέους και ένα από τα υψηλότερα κόστη διαβίωσης παγκοσμίως.
Η ανάγκη χρηματοδότησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων και της εθνικής ασφάλειας περιορίζει τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια για κοινωνικές παροχές, υποδομές και άλλες δημόσιες επενδύσεις.
Παράλληλα, η πολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσε να δυσκολέψει την κατάρτιση του προϋπολογισμού και τη λήψη μακροπρόθεσμων αποφάσεων οικονομικής πολιτικής.
Η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει επομένως να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη δυναμική της οικονομίας, χωρίς να επιτρέψει στο αυξανόμενο κόστος της άμυνας να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά και τα νοικοκυριά.
Οι διαπραγματεύσεις και ο κίνδυνος νέας προσφυγής στις κάλπες
Η πραγματική μάχη για την εξουσία αναμένεται να αρχίσει μετά την ανακοίνωση των οριστικών αποτελεσμάτων.
Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, θα διαβουλευθεί με τους αρχηγούς των κομμάτων που εξασφάλισαν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να συγκεντρώσει πλειοψηφία.
Ο πρώτος εντολοδόχος μπορεί να έχει στη διάθεσή του έως έξι εβδομάδες για να ολοκληρώσει την προσπάθεια.
Εάν αποτύχει, θα εξεταστούν άλλες δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.
Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων θα επιχειρήσουν να προσελκύσουν μικρότερους σχηματισμούς, προσφέροντας υπουργικά χαρτοφυλάκια, δημοσιονομικούς πόρους ή δεσμεύσεις για συγκεκριμένες πολιτικές.
Ο έμπειρος Ισραηλινός δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιάκοβ Κατς εκτιμά ότι τα δύο στρατόπεδα θα επιχειρήσουν να προσελκύσουν βουλευτές από αντίπαλες παρατάξεις ή να εξετάσουν τη δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης μειοψηφίας.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι πολιτικοί αυτοί ελιγμοί ενδέχεται να μην αποδώσουν, με αποτέλεσμα η διαδικασία να διαρκέσει εβδομάδες ή ακόμη και μήνες.
Το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως στο εάν η αντιπολίτευση θα υπερβεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και θα επιδιώξει συμφωνία με τα αραβικά κόμματα.
Σε διαφορετική περίπτωση, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να διατηρήσει το πολιτικό πλεονέκτημα, ακόμη και χωρίς να διαθέτει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Εάν κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, η χώρα θα οδηγηθεί σε νέες εκλογές μέσα στους επόμενους μήνες.
Μέχρι τότε, ο Νετανιάχου θα παραμείνει πρωθυπουργός με υπηρεσιακό χαρακτήρα, υπό τους περιορισμούς που συνεπάγεται η διαχείριση της χώρας χωρίς νέα κοινοβουλευτική εντολή.
Το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας
Η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ δεν ανέδειξε μέχρι στιγμής μια καθαρή πολιτική αλλαγή, αλλά επιβεβαίωσε την ανθεκτικότητα των δύο αντίπαλων στρατοπέδων και τις βαθιές διαιρέσεις της κοινωνίας.
Ο Νετανιάχου απέδειξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή εκλογική επιρροή, παρά το βάρος των πολέμων και των εσωτερικών αντιπαραθέσεων.
Ο Άιζενκοτ, από την πλευρά του, καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την επιθυμία σημαντικού μέρους των ψηφοφόρων για αλλαγή σε μια λειτουργική κυβερνητική συμμαχία.
Η αυξημένη εκλογική δύναμη των αραβικών κομμάτων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τις δυσκολίες συνεννόησης ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις με βαθιές ιδεολογικές διαφορές.
Την ίδια στιγμή, η ένταση γύρω από το Ιράν, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για παρατεταμένη ακυβερνησία.
Η μεγάλη πρόκληση για το Ισραήλ δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει την πρωθυπουργία, αλλά εάν η επόμενη κυβέρνηση θα διαθέτει την πολιτική συνοχή και τη σταθερότητα που απαιτούνται για να διαχειριστεί τις στρατηγικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της χώρας.















