Μεγαλύτερη πρόσβαση στον δανεισμό είχαν οι ελληνικές επιχειρήσεις έναντι των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών, αλλά αυξάνονται οι επιχειρήσεις που συναντούν εμπόδια στην εξασφάλιση χρηματοδότησης .
Το υψηλό κόστος δανεισμού και η γραφειοκρατία παραμένουν κρίσιμα ζητήματα για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Τα ακριβά δάνεια, οι αυστηρότεροι όροι χρηματοδότησης και τα εμπόδια στην πρόσβαση σε τραπεζική πίστωση εξακολουθούν να δυσκολεύουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην ευρωζώνη, την ώρα που η εικόνα στην Ελλάδα εμφανίζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Παρότι ο δείκτης χρηματοδοτικού κενού για τα τραπεζικά δάνεια υποχώρησε σε αρνητικό έδαφος το τρίτο τρίμηνο του 2026 και η διαθεσιμότητα δανείων βελτιώθηκε, αυξήθηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν εμπόδια στην εξασφάλιση χρηματοδότησης.
Αυτή είναι η βασική εικόνα που προκύπτει από την έρευνα SAFE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, η οποία και καλύπτει το τρίτο τρίμηνο του έτους.
Στο σύνολο της ευρωζώνης, το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφεραν αύξηση των επιτοκίων των τραπεζικών δανείων ανήλθε στο 46%, από 42% το προηγούμενο τρίμηνο. Η επιβάρυνση δεν αφορά μόνο τα επιτόκια: καθαρό ποσοστό 27% δήλωσε αύξηση των λοιπών χρηματοδοτικών εξόδων, όπως προμήθειες και χρεώσεις, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις απαιτήσεις εξασφαλίσεων αυξήθηκε στο 14%, από 10%.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το καθαρό ποσοστό όσων ανέφεραν αύξηση επιτοκίων διαμορφώθηκε στο 38%, έναντι 43% το δεύτερο τρίμηνο. Στις μεγάλες επιχειρήσεις, αντίθετα, αυξήθηκε στο 55%, από 41%. Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι οι ΜμΕ αντιμετωπίζουν παντού υψηλότερα επιτόκια από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αποτυπώνουν, όμως, τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκεί το κόστος του δανεισμού, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες απαιτήσεις των τραπεζών, στη χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν συνήθως μικρότερα περιθώρια απορρόφησης αυξημένων χρηματοδοτικών εξόδων. Το κόστος του χρήματος επηρεάζει τόσο τις επενδύσεις όσο και την κάλυψη καθημερινών αναγκών, όπως η αγορά πρώτων υλών, η πληρωμή προμηθευτών και η διαχείριση του κεφαλαίου κίνησης.
Στην ευρωζώνη, η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων υποχώρησε, με καθαρό ποσοστό -5%, ενώ οι ανάγκες για δάνεια μειώθηκαν με καθαρό ποσοστό -2%. Ο δείκτης χρηματοδοτικού κενού παρέμεινε θετικός στο 2%, αν και χαμηλότερα από το 3% του δεύτερου τριμήνου. Παράλληλα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που δήλωσαν εμπόδια στην εξασφάλιση δανείου αυξήθηκε στο 7%, από 5%.
Η ελληνική αντίφαση: καλύτερη διαθεσιμότητα, περισσότερα εμπόδια
Στην Ελλάδα, η εικόνα ως προς τη διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων εμφανίζεται ευνοϊκότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφεραν βελτίωση της διαθεσιμότητας διαμορφώθηκε στο +11% το τρίτο τρίμηνο, έναντι -5% στην ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, ο δείκτης χρηματοδοτικού κενού για τα τραπεζικά δάνεια υποχώρησε από +6% σε -4%, ενώ στην ευρωζώνη παρέμεινε θετικός.
Η μεταβολή αυτή υποδηλώνει ότι, σύμφωνα με τις απαντήσεις των επιχειρήσεων, η σχέση μεταξύ χρηματοδοτικών αναγκών και διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων βελτιώθηκε στην Ελλάδα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, απόδειξη ότι αυξήθηκαν τα πραγματικά ποσά των νέων δανείων ή ότι όλες οι επιχειρήσεις έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε αυτά.
Και εδώ βρίσκεται η αντίφαση: το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που αντιμετώπισαν εμπόδια στην εξασφάλιση τραπεζικού δανείου αυξήθηκε στο 11%, από 8% το δεύτερο τρίμηνο. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ευρωζώνη ήταν 7%. Επομένως, η βελτίωση του συνολικού δείκτη χρηματοδοτικού κενού συνυπάρχει με μεγαλύτερες δυσκολίες για ένα μέρος των επιχειρήσεων που αναζητούν δανεισμό.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, όπου η διάρθρωση της επιχειρηματικότητας χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων. Σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ακόμη και επιχειρήσεις που στην Ελλάδα θεωρούνται μεσαίου μεγέθους μπορεί να βρίσκονται στην κατηγορία των μικρότερων επιχειρήσεων με βάση τα ευρωπαϊκά κριτήρια. Επομένως οι απαντήσεις που αφορούν τις ελληνικές επιχειρήσεις ήταν απαντήσεις που προέρχονται κυρίως από μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις.
Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση δεν εξαρτάται μόνο από τη συνολική διαθεσιμότητα πιστώσεων, αλλά και από το μέγεθος, τις εξασφαλίσεις, την οικονομική αντοχή και το κόστος αξιολόγησης κάθε δανειολήπτη.
Στο πεδίο αυτό, η γραφειοκρατία και οι διαδικασίες τεκμηρίωσης της πιστοληπτικής ικανότητας μπορούν να λειτουργούν ως πρόσθετο εμπόδιο, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν εξειδικευμένα οικονομικά τμήματα. Η SAFE καταγράφει την αύξηση των εμποδίων, χωρίς να αποδίδει την εξέλιξη αποκλειστικά στη γραφειοκρατία. Ωστόσο, το εύρημα αναδεικνύει την ανάγκη να εξεταστεί όχι μόνο πόση χρηματοδότηση είναι διαθέσιμη, αλλά και πόσο εύκολα μπορεί μια επιχείρηση να την εξασφαλίσει.












