Λιγότεροι από ένας στους δέκα ενδιαφερομένους που υπέβαλαν αίτηση στο πρόγραμμα «Σπίτι Μου 2» κατάφεραν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, να ολοκληρώσουν την αγορά κατοικίας. Το σημαντικότερο εμπόδιο για τους περισσότερους ήταν ο εντοπισμός ακινήτου που να πληροί τις προϋποθέσεις του προγράμματος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις προέκυψαν και δυσκολίες στην έγκριση στεγαστικής χρηματοδότησης. Όπως έγινε γνωστό κατά τη διάρκεια ημερίδας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων (ΠΟΣΜΑΣ), στο πλαίσιο της Prodexpo 2026, από περίπου 120.000 αιτήσεις, σχεδόν 14.500 κατέληξαν σε αγορά ακινήτου.
Παρότι η υλοποίηση χιλιάδων αγοραπωλησιών αποτελεί θετικό αποτέλεσμα, οι εκπρόσωποι του κλάδου εξέφρασαν επιφυλάξεις για τις συνέπειες που έχουν τα προγράμματα «Σπίτι Μου 1» και «Σπίτι Μου 2», καθώς και για τις πιθανές επιδράσεις του σχεδιαζόμενου «Σπίτι Μου 3», στη διαμόρφωση των τιμών. Ο Δημήτρης Μπινιάρης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΠΟΣΜΑΣ, ανέφερε ότι κατοικίες που προηγουμένως προσφέρονταν έναντι 150.000 έως 170.000 ευρώ, χωρίς να προσελκύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έφτασαν να πωλούνται προς 180.000 έως 200.000 ευρώ, συγκεντρώνοντας παράλληλα πολλούς υποψήφιους αγοραστές. Κατά την εκτίμησή του, σημαντικό μέρος του οικονομικού οφέλους που εξασφαλίζουν οι δικαιούχοι μέσω της επιδότησης επιτοκίου μεταφέρεται τελικά στους πωλητές, εξαιτίας της ανόδου των τιμών. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, αν και τα προγράμματα διευκολύνουν νοικοκυριά με περιορισμένους οικονομικούς πόρους, υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν οι αγοραστές αναλαμβάνουν δανειακές υποχρεώσεις κοντά στα όρια της οικονομικής τους δυνατότητας, ιδιαίτερα εφόσον χρειαστεί να καλύψουν πρόσθετα έξοδα επισκευής ή ανακαίνισης παλαιών κατοικιών, πολλές από τις οποίες ξεπερνούν τα 40 χρόνια ζωής, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Δημήτρης Ανδρίτσος, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Cerved Property Services, επισήμανε ότι από την εφαρμογή του πρώτου προγράμματος έως τον σχεδιασμό του «Σπίτι Μου 3» έχουν διευρυνθεί σημαντικά οι οικονομικές και ηλικιακές προϋποθέσεις συμμετοχής. Συγκεκριμένα, η μέγιστη επιτρεπόμενη αξία κατοικίας αυξήθηκε από τις 200.000 στις 300.000 ευρώ, ενώ το ανώτατο ποσό δανειοδότησης από τις 150.000 στις 230.000 ευρώ. Παράλληλα, το ηλικιακό όριο των δικαιούχων μετακινήθηκε από τα 39 στα 55 έτη και αναπροσαρμόστηκαν προς τα πάνω τα εισοδηματικά κριτήρια. Όπως εξήγησε, οι παρεμβάσεις αυτές ενισχύουν συνεχώς τον αριθμό των δυνητικών αγοραστών, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη βεβαιότητα ότι η προσφορά κατοικιών μπορεί να ανταποκριθεί στη μεγαλύτερη ζήτηση.
Οι αναπροσαρμογές των προγραμμάτων συνδέονται άμεσα με την άνοδο των αξιών στην αγορά κατοικίας. Ο Κώστας Γεωργάκος, συνιδρυτής της Prelevits & Georgakos Real Estate Solutions, ανέφερε ότι, ενώ η μέση ετήσια αύξηση των τιμών σε πανελλαδικό επίπεδο διαμορφώνεται πλέον κοντά στο 5%, στα ακίνητα που πληρούν τα κριτήρια των στεγαστικών προγραμμάτων, ιδιαίτερα στις παλαιότερες κατασκευές, οι ανατιμήσεις μπορεί να αγγίξουν ακόμη και το 30%. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένδειξη σημαντικής στρέβλωσης στη λειτουργία της αγοράς.
Ως πιθανή διέξοδο από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ενδιαφερόμενοι, επαγγελματίες του κλάδου πρότειναν τη δημιουργία ειδικής ψηφιακής πλατφόρμας, στην οποία θα καταχωρίζονται ακίνητα έτοιμα προς μεταβίβαση. Σε αυτήν θα μπορούσαν να συμμετέχουν τόσο ιδιώτες ιδιοκτήτες όσο και δημόσιοι φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι τα ακίνητα διαθέτουν πλήρως τακτοποιημένα νομικά και τεχνικά στοιχεία. Με αυτόν τον τρόπο θα περιορίζονταν οι καθυστερήσεις στις συναλλαγές και θα διευκολυνόταν η ολοκλήρωση των αγοραπωλησιών. Παράλληλα, προτάθηκε να προβλέπεται συγκεκριμένη δέσμευση ως προς την τιμή διάθεσης, προκειμένου να αποτρέπονται αδικαιολόγητες αυξήσεις κατά την εφαρμογή προγραμμάτων επιδότησης στεγαστικών δανείων.
Την έντονη αναντιστοιχία ανάμεσα στη ζήτηση και τη διαθεσιμότητα κατοικιών καταγράφει και έρευνα του Spitogatos. Τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στην κατηγορία ακινήτων με τιμή πώλησης έως 300.000 ευρώ, η οποία συγκεντρώνει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από Έλληνες υποψήφιους αγοραστές. Αντίθετα, στις ακριβότερες κατοικίες, ιδίως σε όσες ξεπερνούν τις 550.000 ευρώ, η σχέση προσφοράς και ζήτησης παρουσιάζεται περισσότερο ισορροπημένη. Ο διευθύνων σύμβουλος του Spitogatos.gr, Δημήτρης Μελαχροινός, σημείωσε ότι η πίεση στην κατηγορία της οικονομικά προσιτής κατοικίας είναι κατά μέσο όρο οκτώ φορές μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφεται στα ακριβότερα ακίνητα. Μάλιστα, ακόμη και ανάμεσα σε γειτονικές περιοχές, οι διαφορές στην ένταση της ζήτησης σε σχέση με την προσφορά μπορούν να φτάσουν τις 12 έως 14 φορές.
Από την πλευρά του, ο επιχειρησιακός διευθυντής της εταιρείας, Δημήτρης Τσατίρης, υποστήριξε ότι οι κρατικές πρωτοβουλίες που ενισχύουν την αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών, όπως το πρόγραμμα «Σπίτι Μου», εξυπηρετούν σημαντικούς κοινωνικούς στόχους, αλλά ενδέχεται να επιδεινώσουν τις υπάρχουσες ανισορροπίες όταν δεν συνοδεύονται από αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών. Κατά την άποψή του, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη σημαντική ενίσχυση της προσφοράς, ώστε περισσότερα ακίνητα να διατεθούν στην αγορά. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη εφαρμογής εξειδικευμένων μέτρων ανά περιοχή, αντί γενικευμένων παρεμβάσεων, καθώς οι στεγαστικές ανάγκες και οι ελλείψεις διαφέρουν αισθητά μεταξύ των τοπικών αγορών.
Διατηρείται το ισχυρό ενδιαφέρον των ξένων αγοραστών
Η ελληνική αγορά ακινήτων εξακολουθεί να προσελκύει σημαντικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό, με ιδιαίτερη έμφαση στις εξοχικές κατοικίες. Ο πρόεδρος της ΠΟΣΜΑΣ, Λευτέρης Ποταμιάνος, επισήμανε ότι κατά το πρώτο εξάμηνο οι εισροές ξένων κεφαλαίων στην εγχώρια κτηματαγορά παρουσίασαν ανάκαμψη, φτάνοντας το 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για τη μεταβλητότητα του επενδυτικού πλαισίου, υποστηρίζοντας ότι οι συχνές αλλαγές στους κανόνες δημιουργούν αβεβαιότητα. Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στην προτεινόμενη αύξηση του φόρου μεταβίβασης στο 15% για αγοραστές από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποσοστό πενταπλάσιο του σημερινού. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μέτρο δύσκολα θα προσφέρει ουσιαστική λύση στη στεγαστική κρίση, καθώς οι αλλοδαποί αγοραστές δραστηριοποιούνται πλέον σε μεγάλο βαθμό σε διαφορετικές κατηγορίες ακινήτων από εκείνες που αναζητούν και μπορούν να αποκτήσουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Ιδιαίτερα θετική εμφανίζεται η πορεία της αγοράς εξοχικής κατοικίας, καθώς η ζήτηση από το εξωτερικό ενισχύεται. Ο Γιώργος Γαβριηλίδης, διευθύνων σύμβουλος της Elxis–At Home in Greece, ανέφερε ότι το 75% των πελατών της εταιρείας προέρχεται από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το υπόλοιπο 25% αφορά ενδιαφερομένους από τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ελβετία, η Αυστραλία και ο Καναδάς. Όπως εξήγησε, η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί ανταγωνιστικό προορισμό για την αγορά εξοχικής κατοικίας, καθώς οι τιμές της παραμένουν ελκυστικότερες συγκριτικά με αντίστοιχες αγορές της Ισπανίας, της νότιας Γαλλίας και της Ιταλίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο, αυξάνεται ο αριθμός των ξένων αγοραστών που δεν επιδιώκουν απλώς την απόκτηση μιας εξοχικής κατοικίας, αλλά εξετάζουν τη δυνατότητα μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται κυρίως άτομα ηλικίας 45 έως 60 ετών, καθώς και νεότεροι επαγγελματίες που εργάζονται εξ αποστάσεως. Όσον αφορά τη γεωγραφική κατανομή του ενδιαφέροντος, η Κρήτη διατηρεί την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των υποψήφιων αγοραστών. Ακολουθεί η Πελοπόννησος, με ποσοστό 23% και μεγαλύτερη συγκέντρωση ζήτησης στη Μεσσηνία και την Αργολίδα, ενώ τα νησιά του Ιονίου συγκεντρώνουν το 13% του ενδιαφέροντος.















