Έντονη πολιτική συζήτηση προκαλεί το φαινόμενο του αναχαρακτηρισμού αγροτικών εκτάσεων στη Θεσσαλία, με στόχο την παράκαμψη των περιορισμών για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών. Το ζήτημα έφτασε στη Βουλή μέσω επίκαιρης ερώτησης, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για πράσινη ενέργεια και την προστασία της εύφορης αγροτικής γης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ορισμένοι ιδιοκτήτες γης σε περιοχές όπως η Λάρισα φέρεται να χρησιμοποιούν τη διαδικασία του αναδασμού προκειμένου οι εκτάσεις τους να χαρακτηριστούν ως «χαμηλής παραγωγικότητας». Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγουν το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο που προστατεύει τα παραγωγικά χωράφια, επιτρέποντας την τοποθέτηση πάνελ εκεί όπου κανονικά θα υπήρχαν καλλιέργειες.
Τα όρια και η τρέχουσα κατάσταση στη Λάρισα
Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 0,8% της συνολικής έκτασης ανά περιφέρεια.
Για την περιοχή της Λάρισας, τα δεδομένα έχουν ως εξής:
-
Συνολικό όριο: 1.279 MW (μεταφρασμένο σε ενεργειακούς όρους).
-
Δεσμευμένη ισχύς: 1.019 MW (407 MW από τον ΔΕΔΔΗΕ και 612 MW από τον ΑΔΜΗΕ).
-
Ελεύθερο περιθώριο: Περίπου 260 MW.
Όπως ανέφερε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, τα επίσημα στοιχεία των διαχειριστών δείχνουν πως το όριο του 0,8% δεν έχει ξεπεραστεί ακόμη σε καμία περιοχή της χώρας. Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο περιορισμός ελέγχεται κατά τη φάση της οριστικής προσφοράς σύνδεσης και όχι στα αρχικά στάδια της αδειοδότησης.
Το κενό στην εποπτεία
Παρά τις διαβεβαιώσεις για την τήρηση των ορίων, αναδείχθηκε ένα σημαντικό κενό στις αρμοδιότητες. Ο υφυπουργός επισήμανε ότι ο χαρακτηρισμός της γης δεν αποτελεί ευθύνη των διαχειριστών του δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ/ΑΔΜΗΕ). Παρόλο που το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) καταγράφει το φαινόμενο των αναδασμών και των αλλαγών χρήσης, παραμένει ασαφές αν και πότε θα υπάρξει νομοθετική παρέμβαση για να σταματήσει η θυσία πολύτιμων αγροτικών εκτάσεων.
Η περίπτωση της Λάρισας, με 12 ήδη καταγεγραμμένες περιπτώσεις τέτοιων αναχαρακτηρισμών, αποτελεί «καμπανάκι» για την ισορροπία μεταξύ πρωτογενούς παραγωγής και ενεργειακής μετάβασης, καθώς η απώλεια παραγωγικής γης μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στην τοπική οικονομία.
















