Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο έπειτα από αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση άνοιξε ένα νέο, ιδιαίτερα ρευστό κεφάλαιο για τη Βενεζουέλα, με τον Ντόναλντ Τραμπ να καλείται να διαχειριστεί μια χώρα βυθισμένη σε οικονομική κρίση, πολιτική αβεβαιότητα και κοινωνική ένταση.
Στο προσκήνιο επανέρχεται δυναμικά η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία, μετά τη διεθνή αναγνώρισή της με το Νόμπελ Ειρήνης το 2025, δηλώνει έτοιμη να επιστρέψει στη χώρα και να διεκδικήσει την εξουσία μέσω ελεύθερων εκλογών. Σε δηλώσεις της, επαίνεσε τον Τραμπ για τη σύλληψη του Μαδούρο, χαρακτηρίζοντάς την «ιστορικό βήμα κατά της τυραννίας», ενώ υποστήριξε ότι σε μια πραγματικά δημοκρατική αναμέτρηση η αντιπολίτευση θα επικρατούσε με συντριπτική πλειοψηφία.
Παρά ταύτα, η στάση της Ουάσιγκτον προκαλεί προβληματισμό στο αντιπολιτευτικό στρατόπεδο. Ο Τραμπ εμφανίζεται, προς το παρόν, να επιλέγει τη συνεργασία με την προσωρινή πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες, καθώς και με πρόσωπα του κρατικού μηχανισμού του καθεστώτος Μαδούρο, με στόχο –σύμφωνα με αμερικανικές πηγές– τη διατήρηση της στοιχειώδους σταθερότητας στη χώρα.
Η Ματσάδο εξαπέλυσε σφοδρή κριτική κατά της Ροντρίγκες, κατηγορώντας τη για συμμετοχή σε πρακτικές διαφθοράς, καταστολής και διασύνδεσης με ξένα αυταρχικά καθεστώτα, υποστηρίζοντας ότι δεν διαθέτει τη λαϊκή νομιμοποίηση ούτε την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.
Στο μεταξύ, η Βενεζουέλα παραμένει κρίσιμος γεωπολιτικός παίκτης λόγω των τεράστιων αποθεμάτων πετρελαίου της, αν και η παραγωγή βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα εξαιτίας κακοδιαχείρισης, κυρώσεων και απαρχαιωμένων υποδομών. Η αβεβαιότητα για το ποια πολιτική λύση θα επικρατήσει εντείνει τη νευρικότητα στο εσωτερικό της χώρας, την ώρα που καταγράφονται συλλήψεις δημοσιογράφων, εντάσεις στους δρόμους και αυξημένα μέτρα ασφαλείας.
Με σχεδόν 900 πολιτικούς κρατούμενους και μια κοινωνία σε αναμονή, το μέλλον της Βενεζουέλας παραμένει ανοιχτό, με το ενδεχόμενο εκλογών να συγκρούεται με τους φόβους για αποσταθεροποίηση και νέο κύκλο βίας.
















