Η μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων, στις 6 Ιανουαρίου, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του ορθόδοξου εορτολογίου, σηματοδοτώντας το τέλος του Δωδεκαημέρου. Πέρα από την καθιερωμένη τελετή του Αγιασμού των Υδάτων και την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού, η ελληνική ύπαιθρος διατηρεί ζωντανό έναν πλούτο τοπικών παραδόσεων. Τα έθιμα αυτά, που συνδυάζουν τη θρησκευτική ευλάβεια με τον λαογραφικό χαρακτήρα, προσφέρουν ένα ξεχωριστό χρώμα στη γιορτή των Φώτων.
Στη Δράμα, το ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι «Αράπηδες». Οι συμμετέχοντες, ντυμένοι με μαύρες κάπες, προβιές και εντυπωσιακές προσωπίδες, περιφέρονται στους δρόμους φέροντας κουδούνια. Ο εκκωφαντικός ήχος τους συμβολίζει το ξόρκισμα του κακού και την αναγέννηση της φύσης. Αντίστοιχα, στην Καστοριά, τα «Ραγκουτσάρια» δίνουν έναν πρόωρο αποκριάτικο τόνο, με τους κατοίκους να φορούν τρομακτικές μάσκες, ζητώντας φιλοδωρήματα για την απομάκρυνση των πονηρών πνευμάτων.
Στη νότια Ελλάδα, η Ερμιόνη Αργολίδας ξεχωρίζει με το έθιμο «Γυαλιά – Γυαλιά». Οι νέοι που πρόκειται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία στολίζουν καΐκια με φοινικόκλαδα και τραγουδούν παραδοσιακά άσματα στις γειτονιές, πριν βουτήξουν στα παγωμένα νερά για τον Σταυρό. Στα νησιά μας, όπως η Σύμη και η Κάλυμνος, η κατάδυση αποκτά ανταγωνιστικό χαρακτήρα με τους «Βουτηχτές», οι οποίοι προσπαθούν να παραμείνουν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας όσο το δυνατόν περισσότερο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Λευκάδα, όπου οι πιστοί ρίχνουν στη θάλασσα δεμένα πορτοκάλια μαζί με τον Σταυρό, τα οποία στη συνέχεια φυλάσσονται στα εικονίσματα ως ευλογία. Στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής, η αναβίωση του εθίμου της καμήλας παραπέμπει σε μια παλιά ιστορία απαγωγής και έρωτα από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ενώ στη Ζάκυνθο οι νέοι στολίζονται με νεραντζιές και «κοκοράκια».
Από τα εικονίσματα που αγιάζονται στα νερά της Θεσσαλίας μέχρι τις ευωδιαστές νεραντζιές του Ιονίου, τα Θεοφάνεια στην Ελλάδα παραμένουν μια γιορτή που ενώνει την πίστη με την ιστορική μνήμη. Αυτές οι μοναδικές παραδόσεις συνεχίζουν να μεταλαμπαδεύονται από γενιά σε γενιά, αποδεικνύοντας τη βαθιά ρίζα του λαϊκού μας πολιτισμού.
















