Κάποτε μια από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, σήμερα το Γκάζι διεκδικεί και εν μέρει κατακτά μια θέση στην αστική φαντασία ως το «νεοελληνικό Soho». Σε αυτή την ιστορία αστικού μετασχηματισμού, το Γκάζι στέκεται σαν καθρέφτης της Αθήνας των αντιφάσεων, γοητευτικά ερειπωμένο, πρόχειρα εξευγενισμένο, γεμάτο υποσχέσεις και χαμένες ευκαιρίες.
Η εικόνα του Γκαζιού είναι σήμερα το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου του gentrification, μιας μεταμόρφωσης όπου ο «εξευγενισμός» μιας άλλοτε περιθωριακής περιοχής γίνεται το κέντρο της προσοχής μέσω ιδιωτικών επενδύσεων, νέας επιχειρηματικότητας, αλλά και μαζικής κουλτούρας. Το Γκάζι δεν είναι πια το βιομηχανικό του παρελθόν· είναι το παρόν των lofts, των μπαρ, των clubs και των Airbnb.
«Το “πάμε πλατεία” έγινε “πάμε Γκάζι”… Το 2003 … το Γκάζι ήταν ένα απέραντο εργοτάξιο λόγω μετρό… το παλιό σύνθημα αντικαταστάθηκε από “πάμε Γκάζι”» — Γιώργος Χρονόπουλος (Urban, Mish Mash)
Και όμως, πίσω από τα φωτεινά φώτα των κέντρων διασκέδασης, η πολεοδομική εικόνα παραμένει ένα μωσαϊκό ασυνάρτητο: νεοκλασικά που καταρρέουν, πολυκατοικίες-τέρατα της μεταπολεμικής περιόδου, εγκαταλειμμένα χαμόσπιτα και οικόπεδα γεμάτα μπάζα. Αυτή η διττή πραγματικότητα είναι που δίνει στο Γκάζι τη μοναδική του ταυτότητα,μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο όραμα και την εγκατάλειψη.
Aπό το 2008 και μετά, με την οικονομική κρίση να σαρώνει κάθε ίχνος υπερβολής, το Γκάζι άρχισε να μαραίνεται. Η διασκέδαση που είχε στηθεί πρόχειρα, χωρίς σχεδιασμό και αστική συνοχή, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στη νέα εποχή. Τα μαγαζιά έκλειναν, τα ενοίκια έπεφταν, και η γειτονιά έμοιαζε περισσότερο με φάντασμα του πρώην λαμπερού εαυτού της.
Η αντίσταση της Τεχνόπολης
Μέσα σε όλα αυτά, ένας πυρήνας πολιτισμού κρατούσε τη φλόγα ζωντανή: η Τεχνόπολη. Ο παλιός σταθμός φωταερίου του Δήμου Αθηναίων, μεταμορφωμένος πια σε πολυχώρο, λειτούργησε ως ο σταθερός άξονας που απέτρεψε τον πλήρη μαρασμό. Από διεθνή Jazz Festivals και εκθέσεις φωτογραφίας, μέχρι τα χριστουγεννιάτικα θεματικά πάρκα, η Τεχνόπολη έδωσε στον χώρο όχι απλώς λόγο ύπαρξης, αλλά και διαχρονική αξία.















