Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur –Βραζιλίας, Αργεντινής, Παραγουάης και Ουρουγουάης– δεν αποτελεί μια συνηθισμένη ρύθμιση δασμολογικών γραμμών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη, πιο σύνθετη και πιο αμφιλεγόμενη εμπορική διαπραγμάτευση που έχει πραγματοποιήσει η Ένωση τις τελευταίες δεκαετίες, με ισχυρές γεωοικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Το εύρος της συμφωνίας είναι τεράστιο. Δημιουργεί έναν εμπορικό χώρο που καλύπτει περίπου 780 εκατομμύρια καταναλωτές και σχεδόν το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Με την πλήρη κύρωσή της, προβλέπεται η κατάργηση δασμών ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως για τους Ευρωπαίους εξαγωγείς, καθιστώντας τη τη μεγαλύτερη συμφωνία μείωσης δασμών που έχει επιτύχει ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεπερνώντας ακόμη και συμφωνίες όπως εκείνες με την Ιαπωνία ή τον Καναδά.
Το «quid pro quo» και η ανισορροπία
Η συμφωνία βασίζεται σε μια σαφή ανταλλαγή: η Ευρώπη επιδιώκει να ανοίξει μια παραδοσιακά προστατευτική αγορά για τα βιομηχανικά της προϊόντα –αυτοκίνητα, μηχανήματα, χημικά και υπηρεσίες– προσφέροντας ως αντάλλαγμα ευρεία πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγροτική αγορά για τους αγροδιατροφικούς κολοσσούς της Νότιας Αμερικής.
Αυτό το δομικό ισοζύγιο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού αγροτικού κόσμου εκτιμούν ότι λειτουργούν ως «νόμισμα» για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της βαριάς βιομηχανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα. Οι ανησυχίες εντείνονται από το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται ταυτόχρονα να συμμορφωθούν με αυστηρότατα περιβαλλοντικά και ποιοτικά πρότυπα, ενώ θα έρθουν αντιμέτωποι με εισαγόμενα προϊόντα αμφιλεγόμενης ποιότητας και διαφορετικών κανόνων παραγωγής.
Η ελληνική διάσταση και οι πολιτικές αντιδράσεις
Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε και η στάση Ελλήνων ευρωβουλευτών, καθώς επτά εξ αυτών ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει στην εγχώρια αγροτική παραγωγή και στην επισιτιστική ασφάλεια της χώρας. Η κριτική επικεντρώνεται στον κίνδυνο αποδυνάμωσης του πρωτογενούς τομέα, αλλά και στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην οικονομική σταθερότητα.
Την ίδια στιγμή, αρκετά κράτη-μέλη εξέφρασαν ανοιχτά την αντίθεσή τους. Η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία καταψήφισαν τη συμφωνία, ενώ το Βέλγιο επέλεξε την αποχή, αποτυπώνοντας το βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur, παρά το οικονομικό της μέγεθος, εξελίσσεται σε πολιτικό πεδίο σύγκρουσης, με τον αγροτικό τομέα, την επισιτιστική ασφάλεια και τη στρατηγική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας να βρίσκονται στο επίκεντρο ενός έντονου και διαρκούς δημόσιου διαλόγου.














