Η κυβέρνηση προχωρά σε μια σημαντική στροφή στη διαχείριση των παλαιών φορολογικών οφειλών, αναγνωρίζοντας επισήμως ότι ένα τεράστιο μέρος των χρεών προς το Δημόσιο στερείται πλέον προοπτικής είσπραξης. Μέσω του νέου πολυνομοσχεδίου, δισεκατομμύρια ευρώ τίθενται σε καθεστώς προσωρινού «παγώματος», μεταφέροντας την εστίαση του ελεγκτικού μηχανισμού από τις ανείσπρακτες οφειλές σε πιο άμεσες και ρεαλιστικές περιπτώσεις.
Τα στοιχεία που συνοδεύουν αυτή την απόφαση είναι αποκαλυπτικά για το μέγεθος του προβλήματος. Από το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος των 110,8 δισεκατομμυρίων ευρώ, η συντριπτική πλειονότητα, περίπου 85 δισ. ευρώ— συγκεντρώνεται σε μόλις 9.865 φορολογούμενους. Με μέσο όρο οφειλής που υπερβαίνει τα 8,6 εκατομμύρια ευρώ ανά ΑΦΜ, καθίσταται σαφές ότι η ενεργή διεκδίκηση αυτών των ποσών αποτελεί πρακτικά μια αδύνατη αποστολή για το κράτος.
Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, οι οφειλές αυτές χαρακτηρίζονται ως «ανεπίδεκτες είσπραξης». Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν ισοδυναμεί με οριστική διαγραφή, αλλά με την αναστολή κάθε ενεργητικής προσπάθειας είσπραξης για μια δεκαετία. Ήδη, 26,3 δισ. ευρώ βρίσκονται σε αυτό το καθεστώς, ενώ ο σχεδιασμός για το τρέχον έτος προβλέπει την προσθήκη ακόμη 10 δισ. ευρώ στην ίδια κατηγορία.
Για να χαρακτηριστεί μια οφειλή ανεπίδεκτη, η ΑΑΔΕ οφείλει να επιβεβαιώσει σωρευτικά ότι ο οφειλέτης και οι συνυπόχρεοι δεν διαθέτουν καμία αξιόλογη περιουσία. Ακόμη και αν εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία, η οφειλή μπορεί να παγώσει εφόσον η αξία τους κρίνεται αμελητέα σε σχέση με το ύψος του χρέους (κάτω από το 5% της οφειλής ή κάτω από 100.000 ευρώ για ακίνητα).
Οι συνέπειες για τους οφειλέτες παραμένουν αυστηρές. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετούς αναστολής, στερούνται της δυνατότητας έκδοσης φορολογικής ενημερότητας, ενώ παραμένουν δεσμευμένοι οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί και οι θυρίδες. Επιπλέον, οποιοδήποτε νέο περιουσιακό στοιχείο αποκτηθεί στο μέλλον οδηγεί σε άμεση επαναφορά της οφειλής στην ενεργό δράση. Η αρμοδιότητα για τις αποφάσεις αυτές κλιμακώνεται ανάλογα με το ποσό, εμπλέκοντας από τους προϊσταμένους των ΔΟΥ έως τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και το Ελεγκτικό Συνέδριο για ποσά που υπερβαίνουν το 1,5 εκατ. ευρώ.
















