Στο στόχαστρο των ψηφιακών «κυνηγών» της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) βρέθηκε ένας γνωστός «dating coach», η δράση του οποίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πρόδωσε μια εκτεταμένη υπόθεση φοροδιαφυγής. Η επιχείρηση, η οποία συνδύασε τη χρήση προηγμένων αλγορίθμων και την κλασική μέθοδο της «μυστικής» παρακολούθησης, αποκάλυψε αδήλωτα εισοδήματα που αγγίζουν τις εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, αποδεικνύοντας ότι ο ελεγκτικός μηχανισμός έχει πλέον τη δυνατότητα να διεισδύει στην γκρίζα ζώνη του ψηφιακού εμπορίου.
Ο συγκεκριμένος επαγγελματίας, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως εκπαιδευτής φλερτ, παρείχε εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια υπηρεσίες συμβουλευτικής σε ενήλικες άνδρες. Η υπόσχεσή του για ριζική αλλαγή στον τρόπο προσέγγισης και επικοινωνίας με το γυναικείο φύλο φαίνεται πως είχε μεγάλη απήχηση, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότεροι από 2.000 πελάτες είχαν αγοράσει τα πακέτα εκπαίδευσής του. Ωστόσο, η δημοφιλία του στην πλατφόρμα TikTok και η έντονη ψηφιακή του παρουσία αποτέλεσαν την αφορμή για την κινητοποίηση των αρχών.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ, αξιοποιώντας τον ειδικό αλγόριθμο εντοπισμού ψηφιακής φοροδιαφυγής, εντόπισαν την προκήρυξη μιας μεγάλης εκπαιδευτικής εκδήλωσης σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας. Το γεγονός ότι η συμμετοχή στο σεμινάριο απαιτούσε σημαντική πληρωμή, χωρίς να προκύπτει η αντίστοιχη φορολογική συμμόρφωση, σήμανε άμεσο συναγερμό.
Στο πλαίσιο μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης, στελέχη της ΑΑΔΕ εμφανίστηκαν στην εκδήλωση παριστάνοντας τους ενδιαφερόμενους μαθητές. Η αιφνιδιαστική παρέμβασή τους κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου αποκάλυψε ότι δεν είχε εκδοθεί ούτε μία απόδειξη για το σύνολο των συμμετεχόντων. Η παράβαση αυτή οδήγησε στον άμεσο καταλογισμό προστίμων, όμως η έρευνα δεν σταμάτησε εκεί.
Ο έλεγχος πλέον βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και έχει επεκταθεί σε βάθος πενταετίας. Μέσω της ανάλυσης των δεδομένων από την προσωπική ιστοσελίδα του coach και τις διασταυρώσεις των ψηφιακών ιχνών, οι αρχές εκτιμούν ότι η συνολική φοροδιαφυγή υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα των νέων τεχνολογικών εργαλείων, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα ότι η δραστηριότητα στα social media βρίσκεται πλέον υπό στενή παρακολούθηση.














