Από τον «όρκο συμφιλίωσης» του 1862 μέχρι τον υδροδυναμικό πίδακα του 2020, μια πλατεία που αρνείται πεισματικά να γεράσει κι ας την περπατούν κάθε μέρα χιλιάδες βιαστικά βήματα.
Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμείς αναζητούμε με εμμονή για κάθε τι έχει «κακή» φήμη και μοιάζει κάπως αφημένο και εξόριστο από την πραμάτεια της ιστορίας, άρα πώς θα μπορούσε η Ομόνοια να εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα;
Ξημερώνει κι εγώ κατεβαίνω την 3η Σεπτεμβρίου οι καφέδες αχνίζουν στα χέρια των περιπτεράδων, τα πρώτα ταξί κάνουν στραβά χαμόγελα κάτω απ’ το νέον. Στην καρδιά όλων αυτών στέκει η Πλατεία Ομονοίας, το σταυροδρόμι όπου συναντιούνται έξι μεγάλες αρτηρίες κι ένας σωρός αναμνήσεις. Είναι, θαρρώ, η πιο τίμια καρδιά της πόλης: χτυπά ρυθμικά, χωρίς μάσκες, δείχνοντάς μας κάθε μέρα ότι η Αθήνα αλλάζει, μα δεν ξεχνά το σημείο μηδέν της εκεί όπου όλες οι ιστορίες τέμνονται πριν πάρουν δρόμους διαφορετικούς.
Πλατεία Ομονοίας (ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)
Σχεδιάστηκε τη δεκαετία του 1830 από το δίδυμο Κλεάνθη-Σάουμπερτ, στο ριζοσπαστικό σχέδιο που ήθελε την Αθήνα να μοιάζει με σωστή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Τότε την είπαν «Πλατεία Ανακτόρων» λίγο αργότερα «Πλατεία Όθωνος» και μετά την έξωση του βαυαρού βασιλιά, πήρε το όνομα που κρατά ως σήμερα, επειδή εδώ ορκίστηκαν, συμφιλίωθηκαν (ομόνοια) οι αντίπαλες πολιτικές φατρίες που είχαν ματώσει την πόλη το 1862.
Story time:
Τη νύχτα της 14ης Οκτωβρίου 1862, λίγες μόλις ώρες αφότου ο εξοργισμένος λαός έστειλε τον Όθωνα στον δρόμο της εξορίας, οι αρχηγοί των δύο «αιμοβόρων» παρατάξεων της εποχής ( των Πεδινών και των Ορεινών ) βρέθηκαν στην τότε πλατεία Όθωνος, άναψαν δάδες μπροστά στο πλήθος και ύψωσαν τα χέρια τους σε έναν επίσημο όρκο «ομόνοιας»: να πάψουν οι εμφύλιες βεντέτες και να εργαστούν «συμφώνως» για το μέλλον της χώρας. Η συμβολική εκείνη συμφιλίωση, πέντε χρόνια μετά τις αιματηρές ταραχές του 1857, συγκίνησε τόσο τους Αθηναίους ώστε την επόμενη κιόλας μέρα ο δημοτικός σύμβουλος Κωνσταντίνος Λομβάρδος πρότεινε να μετονομαστεί η πλατεία σε Ομόνοια, η πρόταση πέρασε ομόφωνα και το όνομα έμεινε, για να θυμίζει ότι από αυτό το σημείο ξεκίνησε μια νέα, κοινή σελίδα στην πολιτική ιστορία της πρωτεύουσας.
Γεώργιος Σουρής – (ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)
Ο Συριανός σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής περιέγραψε την Ομόνοια στα τέλη του 19ου αιώνα:
«Πλατεία Ομονοίας -Τι πρίμαις! Τι τενόροι! Τι όμορφα κομμάτια και τι σουλατσαδόροι! Πηγαίνει τόσος κόσμος το θέαμα να ίδη και σπρώχνεται και σπρώχνει και γίνεται μουσκίδι. Και όσοι δεν καθίζουν δι’ έλλειψιν χρημάτων, όρθιοι απολαμβάνουν των πέριξ θεαμάτων. Απάνω κάτω τρέχουν με δίσκους τα γκαρσόνια και πέφτουν κάπου κάπου και μερικά κανόνια.
Τουτέστιν μ’ άλλους λόγους μες στο πολύ ασκέρι, μέσα στων καφενείων το τόσο νταραβέρι μες στις φωναίς, στα πιάνα, στους κρότους, στην κουβέντα, ξεχάνουν να πληρώσουν πολλοί τα τραταμέντα».
Χάρτης πλατείας Ομονοίας
Χάρτης πλατείας Ομονοίας – Πηγή
Περπάτησέ την σήμερα και θα δεις μια πλατεία σαν κρεμμύδι: στρώματα αρχιτεκτονικής που συσωρεύτηκαν με τον χρόνο. Το στρογγυλό σχέδιο του 1865, το οκτάγωνο του Μεσοπολέμου, ο κυκλικός κόμβος της μεταπολεμικής άνθησης, η απεγνωσμένη πεζοδρόμηση του 2004, ώσπου φτάνουμε στην ανακαίνιση του 2020, ένας πίδακας 30 μέτρων πλάτος που στέλνει νερό 20 μέτρα ψηλά, ένας από τους μεγαλύτερους της Ευρώπης σε όγκο νερού.
Δίπλα του αναβιώνει η υδροκινητική γλυπτική «Πέντε Κύκλοι» του Γιώργου Ζογγολόπουλου: πέντε ανοξείδωτοι δακτύλιοι που γυαλίζουν στον ήλιο και περιστρέφονται χάρη στη δύναμη του νερού. Ο Οργανισμός Ζογγολόπουλου και το Ίδρυμα Ωνάση φρόντισαν να τους επαναφέρουν σε πλήρη λειτουργία όταν ο άνεμος φυσά, τα σταγονίδια κάνουν μικρά ουράνια τόξα πάνω στα μαυρισμένα πεζοδρόμια.
Πλατεία Ομονοίας – (ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)
Μα, η Ομόνοια ήταν πάντα περισσότερο από αρχιτεκτονική. Ήταν τα φώτα νέον που άναψαν τη δεκαετία του ’50 , οι τεράστιες φωτεινές διαφημίσεις της, τα σιγαρέττα Παπαστράτος, το θέταρο και έπειτα κινηματόγραφο Κοτοπούλη, σκηνικό για τις νυχτερινές περιπλανήσεις του Τσαρούχη και του Ρίτσου. Ήταν το θρυλικό καφενείο «Νέον», που άνοιξε το 1922 και σήμερα στεγάζει έναν φούρνο-μαμούθ, επιχειρώντας άλλη μια προσπάθεια στο κουρασμένο κέντρο. Ήταν και παραμένει, ο σταθμός του ηλεκτρικού, ο πρώτος υπόγειος της Ελλάδας (1904), ένα συνεχές χωνευτήρι προσώπων από επαρχιώτες που κατέβαιναν με βαλίτσες χαρτοδεμένες ώσπου να βρουν δουλειά, μέχρι σύγχρονους delivery riders που αλλάζουν μπαταρίες στα πατίνια.
Δεν είναι όλα ρομαντικά, το ξέρω. Η φθορά, τα κλειστά ρολά, οι άστεγοι, οι εξαρτήσεις, τα κυνηγητά της αστυνομίας, η έλλειψη πολιτισμικής συνοχής έχουν δημιουργήσει μια πόλη που παλεύει με την ταυτότητά της και την οδηγεί στο να περιφρονεί την ομορφιά της, η Ομόνοια κουβαλά πλέον σκληρότητα και απογοήτευση. Όμως ακριβώς επειδή έζησε τόσα κύματα, έχει μάθει να σηκώνεται, κι όλα αυτά θα γραφτούν στην ιστορία της και ίσως κάποτε, στο μέλλον, βλέποντας την ως μια ιδανική και όμορφη πόλη να ναρωτιούνται πως κάποτε μια πολή σαν κι αυτή, βίωσε τέτοια παρακμή.












