Την παραίτησή του υπέβαλε ο διοικητής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Γιώργος Σαουνάτσος, έπειτα από το πολύωρο μπλακ άουτ που σημειώθηκε στα συστήματα ασφάλειας του FIR Αθηνών και προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στη λειτουργία των αεροδρομίων της χώρας. Η παραίτηση ήρθε κατόπιν σχετικού αιτήματος του υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστου Δήμα, ο οποίος είχε προαναγγείλει την απόδοση ευθυνών μετά το περιστατικό.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός ζήτησε την παραίτηση του διοικητή το πρωί της Τετάρτης 14 Ιανουαρίου 2026, αμέσως μετά την παραλαβή του πορίσματος της Επιτροπής Διερεύνησης, το οποίο χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, το υπουργείο Μεταφορών επιβεβαίωσε επισήμως ότι η παραίτηση υποβλήθηκε και έγινε αποδεκτή.
Μέχρι τον ορισμό νέου διοικητή, καθήκοντα αναλαμβάνει προσωρινά ο υποδιοικητής Αεροναυτιλίας Γιώργος Βαγενάς, ενώ, σύμφωνα με την ανακοίνωση, θα κινηθούν άμεσα οι προβλεπόμενες διαδικασίες για τη στελέχωση της θέσης με μόνιμο επικεφαλής.
Το πόρισμα της Επιτροπής, το οποίο παραδόθηκε στον υπουργό την Τρίτη, αφορά το σοβαρό περιστατικό αναστολής λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026. Η Επιτροπή συγκροτήθηκε με στόχο να διερευνηθούν σε βάθος τα αίτια του προβλήματος στις κρίσιμες συχνότητες επικοινωνίας και να αποσαφηνιστούν οι ευθύνες.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων, το συμβάν αποδίδεται σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε από αποσυγχρονισμό πολλαπλών ετερογενών διατάξεων και διεπαφών που συνδέονται με τις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ. Το φαινόμενο είχε ως αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση και συνεχή εκπομπή κρίσιμων πομπών, οδηγώντας σε υποβάθμιση ή διακοπή βασικών τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων. Η πλήρης αποκατάσταση επήλθε μόνο μετά από επανασυγχρονισμό και επανεκκίνηση των συστημάτων, καθώς και επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού.
Παράλληλα, η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας επισημαίνει ότι η ασφάλεια των πτήσεων εκείνης της ημέρας διασφαλίστηκε χάρη στον επαγγελματισμό των ελεγκτών και την επιβολή zero rate, ενώ το πόρισμα αναδεικνύει σοβαρές καθυστερήσεις, ελλιπή συνεργασία σε διοικητικό επίπεδο και έλλειψη ουσιαστικών εγγυήσεων για την ασφάλεια των κρίσιμων συστημάτων φωνητικής επικοινωνίας.















