Στους ισχυρότερους αλλά και ακριβοπληρωμένους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκαταλέγεται η Κριστίν Λαγκάρντ, με τις πραγματικές αποδοχές της να υπερβαίνουν σημαντικά τον μισθό που δημοσιοποιεί επισήμως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ανάλυση των Financial Times αποκαλύπτει ότι το συνολικό εισόδημα της προέδρου της ΕΚΤ είναι περισσότερο από 50% υψηλότερο από τον «βασικό» μισθό που αναγράφεται στις ετήσιες εκθέσεις της Τράπεζας.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Κριστίν Λαγκάρντ εκτιμάται ότι εισέπραξε το 2024 περίπου 726.000 ευρώ συνολικά. Το ποσό αυτό είναι κατά 56% αυξημένο σε σχέση με τον επίσημο μισθό των 466.000 ευρώ που ανακοινώνει η ΕΚΤ. Η διαφορά προκύπτει από ένα πλέγμα πρόσθετων παροχών, όπως επιδόματα στέγασης και λοιπές διευκολύνσεις, που –σύμφωνα με τους Financial Times– ανέρχονται σε περίπου 135.000 ευρώ ετησίως.
Η ΕΚΤ, ωστόσο, δεν δημοσιοποιεί αναλυτικά στοιχεία για τις πρόσθετες απολαβές των μελών του Εκτελεστικού Συμβουλίου, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της περιορισμένης διαφάνειας στις αμοιβές της κορυφής της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής. Σε αντίθεση με τις εισηγμένες εταιρείες της ΕΕ, οι οποίες υποχρεούνται σε πλήρη γνωστοποίηση των αμοιβών των στελεχών τους, η κεντρική τράπεζα δεν υπόκειται στους ίδιους κανόνες.
Ενδεικτική είναι και η διεθνής σύγκριση. Οι συνολικές αποδοχές της Λαγκάρντ είναι σχεδόν τετραπλάσιες από εκείνες του προέδρου της Federal Reserve, Τζέι Πάουελ, ο οποίος λαμβάνει μισθό 203.000 δολαρίων (περίπου 173.000 ευρώ), καθορισμένο αυστηρά από την αμερικανική νομοθεσία. Παράλληλα, ο βασικός μισθός της προέδρου της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είναι κατά περίπου 21% χαμηλότερος, γεγονός που καθιστά τη Λαγκάρντ την υψηλότερα αμειβόμενη αξιωματούχο της ΕΕ.
Πέραν αυτών, η πρόεδρος της ΕΚΤ φέρεται να αποκομίζει επιπλέον περίπου 125.000 ευρώ ετησίως από τη συμμετοχή της στο διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS). Οι απολαβές αυτές δεν περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις της ΕΚΤ, ενώ και η BIS δημοσιοποιεί μόνο συνολικά ποσά και όχι ατομικές αμοιβές. Αντίθετα, ο Τζέι Πάουελ δεν αμείβεται για τον ρόλο του στη BIS, λόγω περιορισμών της αμερικανικής νομοθεσίας.
Η υπόθεση αναδεικνύει εκ νέου το χάσμα διαφάνειας στις αποδοχές των κορυφαίων ευρωπαϊκών θεσμών, σε μια περίοδο που οι αποφάσεις τους επηρεάζουν άμεσα εκατομμύρια πολίτες της Ευρωζώνης.
















