Η αναζήτηση στέγης στην Αττική το 2026 δεν είναι πλέον μια απλή υπόθεση αγοράς ή ενοικίασης. Η έρευνα μας δείχνει ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου οι πολεοδομικές εκκρεμότητες και οι δικαστικές αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα τη διαθεσιμότητα των ακινήτων, διαμορφώνοντας ένα τοπίο όπου η ζήτηση τρέχει πολύ πιο γρήγορα από την προσφορά. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που παραγματικά πιέζει τον πολίτη, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ως προς τις επιλογές που μπορεί να έχει στη διάθεσή του.
Η «έκρηξη» των υποδομών και η νέα γεωγραφία των αξιών
Η πορεία των τιμών το 2026 δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των πολεοδομικών περιορισμών, αλλά και των μεγάλων έργων υποδομής που επαναπροσδιορίζουν ολόκληρες γειτονιές. Η επέκταση της Γραμμής 4 του Μετρό έχει ήδη δημιουργήσει νέους «πόλους» ενδιαφέροντος σε περιοχές όπως η Κυψέλη και το Γαλάτσι, ενώ η πλήρης εξέλιξη της επένδυσης στο Ελληνικό λειτουργεί ως μαγνήτης που συμπαρασύρει προς τα πάνω τις αξίες στον Άλιμο και την Αργυρούπολη. Την ίδια στιγμή, οι αναβαθμίσεις στις μαρίνες και τα λιμενικά έργα στον Αργοσαρωνικό δίνουν νέα πνοή στην Αίγινα, μετατρέποντάς την σε έναν προορισμό που συνδυάζει την παραδοσιακή γοητεία με τις σύγχρονες διευκολύνσεις, ενισχύοντας έτσι την τάση για μόνιμη εγκατάσταση εκτός του κεντρικού αστικού ιστού.
Παράλληλα, το 2026 σηματοδοτεί την οριστική επικράτηση των ενεργειακών προδιαγραφών ως βασικό κριτήριο επιλογής. Η ψαλίδα στην αξία μεταξύ ενός ακινήτου ενεργειακής κλάσης Α+ και μιας παλιάς κατασκευής διευρύνεται συνεχώς, καθώς το κόστος λειτουργίας και θέρμανσης καθορίζει πλέον την πραγματική τιμή ενός σπιτιού. Παρατηρούμε μια έντονη στροφή, κυρίως στον Πειραιά και το Κέντρο, προς τα smart houses και τα co-living συγκροτήματα, που προσφέρουν αυτοματισμούς και κοινόχρηστες παροχές (γυμναστήρια, χώρους εργασίας) σε νέους επαγγελματίες. Αυτή η νέα οικιστική κουλτούρα, σε συνδυασμό με τις αλλαγές στα όρια της Golden Visa, αναδιαμορφώνει τη ζήτηση και εξηγεί γιατί περιοχές που κάποτε θεωρούνταν υποβαθμισμένες, βρίσκονται σήμερα στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος
Το πολεοδομικό «φρένο» και οι απρόσιτες ζώνες της Αττικής
Στην περιοχή της Βάρης, της Βούλας και της Βουλιαγμένης, η κατάσταση είναι ενδεικτική των όσων συμβαίνουν όταν η νομοθεσία συγκρούεται με την πράξη. Η διαμάχη για τα ύψη των κτιρίων και τα «μπόνους» του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού έχει οδηγήσει πολλούς δήμους σε αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών. Με τον συντελεστή δόμησης στο 0,6, η έλλειψη νέων κατασκευών στερεί από την αγορά σύγχρονα διαμερίσματα.
Αυτή η στασιμότητα έχει εκτοξεύσει το κόστος στα ύψη. Στη Βουλιαγμένη, ένα νεόδμητο ακίνητο αγγίζει πλέον τα 15.000 €/τ.μ., ενώ στη Βούλα και τη Γλυφάδα οι τιμές για κατοικίες υψηλής ενεργειακής κλάσης κυμαίνονται μεταξύ 8.500 και 11.000 €/τ.μ. Ακόμα και τα παλαιότερα ακίνητα στην περιοχή παραμένουν απρόσιτα, ξεπερνώντας συχνά τα 4.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Ο Πειραιάς λειτουργεί ως ο βασικός υποδοχέας της οικιστικής πίεσης. Με την ώθηση από το Μετρό και τις αναπλάσεις, ο δήμος αξιοποιεί τους υψηλότερους συντελεστές δόμησης (έως 3,0) για να καλύψει το κενό. Εδώ, η σχέση κόστους-απόδοσης παραμένει η πλέον ισορροπημένη, με τις τιμές γύρω από το λιμάνι να σταθεροποιούνται στα 2.400 – 3.200 €/τ.μ.
















