Νέα διάσταση λαμβάνει η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, μετά την έναρξη ποινικής έρευνας από εισαγγελείς σε βάρος της Fed και του προέδρου της, Τζερόμ Πάουελ. Η κίνηση αυτή, που θεωρείται πρωτοφανής για τα αμερικανικά δεδομένα, προκάλεσε άμεσες και έντονες αντιδράσεις τόσο στο πολιτικό σύστημα όσο και στις αγορές.
Ο Τζερόμ Πάουελ απάντησε με δημόσια δήλωσή του, που δημοσιοποιήθηκε σε βίντεο το βράδυ της Κυριακής, κάνοντας λόγο για άμεση συνέπεια της μακροχρόνιας διαμάχης του με την κυβέρνηση σχετικά με τη νομισματική πολιτική. Όπως υποστήριξε, η έρευνα αποτελεί αποτέλεσμα «απειλών και συνεχιζόμενων πιέσεων» από την κυβέρνηση, την ώρα που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον στόχο του 2%.
Ο επικεφαλής της Fed κατήγγειλε ότι η απειλή ποινικών διώξεων λειτουργεί ως πρόσχημα και συνδέεται ευθέως με τη βούληση της κεντρικής τράπεζας να λαμβάνει αποφάσεις για τα επιτόκια με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και όχι τις πολιτικές επιθυμίες του προέδρου. Η δήλωσή του άναψε φωτιές στην Ουάσινγκτον, με τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Τομ Τίλις να εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Ο Τίλις, μέλος της Επιτροπής Τραπεζών της Γερουσίας, δήλωσε ότι θα μπλοκάρει οποιαδήποτε προεδρική υποψηφιότητα για τη Fed, συμπεριλαμβανομένου και του διαδόχου του Πάουελ, μέχρι να αποσαφηνιστεί πλήρως το νομικό σκέλος της υπόθεσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγορεί τη Fed για υπέρβαση του προϋπολογισμού στην ανακαίνιση της έδρας της στην Ουάσινγκτον, αφήνοντας αιχμές για πιθανή απάτη. Ο ίδιος κάνει λόγο για κόστος 3,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έναντι 2,7 δισ. που είχαν αρχικά προβλεφθεί, αριθμό που ο Πάουελ διαψεύδει. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε ότι ασκεί πίεση, δηλώνοντας ότι το μόνο ζήτημα που τον απασχολεί είναι τα «υπερβολικά υψηλά επιτόκια».
Ο Πάουελ, ο οποίος ολοκληρώνει τη θητεία του τον Μάιο, δεν υποχρεούται να αποχωρήσει, με αναλυτές να εκτιμούν ότι η ένταση αυτή ενδέχεται να τον οδηγήσει στην παραμονή του στη θέση, παρά τις κυβερνητικές πιέσεις. Την ίδια ώρα, οι επενδυτές παρακολουθούν με αυξημένη ανησυχία τη σύγκρουση, καθώς τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.









