Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε διαβεβαιώσεις από τον Αμερικανό Υπουργό Οικονομικών, Scott Bessent, ότι οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν τον καθολικό δασμό στις ευρωπαϊκές εξαγωγές στο 10%, απομακρύνοντας το σενάριο περαιτέρω αύξησης στο 15%. Η εξέλιξη αυτή προσφέρει μια προσωρινή ισορροπία στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις, καθώς η ΕΕ παραμένει η μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών για την αμερικανική αγορά, παρά την επιθετική δασμολογική πολιτική της Ουάσιγκτον.
Η απόφαση για τη διατήρηση του συντελεστή στο 10% έρχεται μετά από μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Τον περασμένο μήνα, ο Πρόεδρος Τραμπ επέβαλε τον καθολικό δασμό του 10%, ως απάντηση σε απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που ακύρωσε προηγούμενους δασμολογικούς περιορισμούς. Η απειλή για κλιμάκωση στο 15% είχε προκαλέσει συναγερμό στις Βρυξέλλες, καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την εμπορική συμφωνία που συνήφθη το καλοκαίρι του 2025.
Η «γκρίζα ζώνη» της εμπορικής συμφωνίας
Παρά τη διαβεβαίωση για το 10%, η κατάσταση παραμένει περίπλοκη. Η εμπορική συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού —η οποία εκκρεμεί προς επικύρωση από την ΕΕ— προέβλεπε δασμούς 15% στις περισσότερες εξαγωγές με αντάλλαγμα την κατάργηση δασμών σε αμερικανικά προϊόντα. Η εφαρμογή του χαμηλότερου καθολικού δασμού (10%) δημιουργεί ένα παράδοξο:
-
Περίπου 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών εξαγωγών θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν δασμούς που υπερβαίνουν το όριο του 15% λόγω ειδικών αξιολογήσεων.
-
Προϊόντα όπως τυριά, βούτυρο, πλαστικά, υφάσματα και χημικά αναμένεται να επιβαρυνθούν πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο επίπεδο.
-
Αντιθέτως, κατηγορίες όπως τα οινοπνευματώδη ποτά θα επωφεληθούν από συντελεστές χαμηλότερους του 15%.
Η επόμενη ημέρα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
Η διατήρηση του 10% θεωρείται «μικρότερο κακό» για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, ωστόσο η μη επικύρωση της συνολικής συμφωνίας αφήνει περιθώρια για νέες αναταράξεις. Οι εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων και χημικών βρίσκονται σε στάση αναμονής, καθώς η νέα πολιτική των ΗΠΑ αναδιαμορφώνει το κόστος εισαγωγής σε βασικές κατηγορίες αγαθών, επηρεάζοντας άμεσα την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων στην αμερικανική ήπειρο.















