Σε κυρίαρχο πυλώνα της εθνικής οικονομίας εξελίσσεται η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, σύμφωνα με την ετήσια μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που παρουσιάστηκε σήμερα στην Αθήνα. Τα στοιχεία αναδεικνύουν έναν κλάδο με ισχυρή δυναμική, ο οποίος όχι μόνο ηγείται της εγχώριας μεταποίησης σε όρους απασχόλησης και παραγωγής, αλλά καταγράφει και εντυπωσιακή άνοδο στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας.
Η ακτινογραφία του κλάδου και η συμβολή στο ΑΕΠ
Η συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία αποτυπώνεται ανάγλυφα στα μεγέθη της προστιθέμενης αξίας. Για το 2023, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών ανήλθε στα 4,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άλμα 20,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η επίδοση αυτή οδήγησε το μερίδιο του κλάδου στο σύνολο της μεταποίησης στο 26,6% (από 23,0% το 2022), υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη βαρύτητά του στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Στον κλάδο δραστηριοποιούνται συνολικά 15,7 χιλιάδες επιχειρήσεις, αριθμός που αντιστοιχεί στο 27,4% των μονάδων της ελληνικής μεταποίησης. Παράλληλα, ο τομέας ελέγχει το 25,5% της συνολικής παραγωγής και το 26% του κύκλου εργασιών της μεταποίησης, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή του ηγεμονία στην εγχώρια αγορά.
Πρωταθλητής στην απασχόληση και την εξωστρέφεια
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, η κοινωνική διάσταση του κλάδου είναι εξίσου σημαντική. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης της μεταποίησης στην Αττική και σε ολόκληρη την επικράτεια. Το 2024, απασχολούσε 165 χιλιάδες εργαζόμενους, καλύπτοντας το 40% του συνολικού εργατικού δυναμικού της μεταποίησης, με την τάση να παραμένει αυξητική τα τελευταία έτη.
Στο μέτωπο της εξωστρέφειας, ο κλάδος αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτικός και ανταγωνιστικός. Οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών ανήλθαν στα 7 δισ. ευρώ, μέγεθος που αντιστοιχεί στο 14% των συνολικών εξαγωγών αγαθών της χώρας. Η επίδοση αυτή καταδεικνύει ότι τα ελληνικά προϊόντα κερδίζουν συνεχώς έδαφος στις διεθνείς αγορές, συμβάλλοντας καθοριστικά στον περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος και στην ενίσχυση της διεθνούς εικόνας της ελληνικής παραγωγής.














