Με εντυπωσιακή δυναμική εισήλθε ο τομέας της μεταποίησης στην Ελλάδα στο νέο έτος, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης για τον μήνα Ιανουάριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της S&P Global, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (Greece Manufacturing PMI) σκαρφάλωσε στις 54,2 μονάδες από 52,9 που ήταν τον Δεκέμβριο, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση από τον Αύγουστο του 2025.
Η υπεραπόδοση αυτή της ελληνικής αγοράς έναντι των Ευρωπαίων εταίρων οφείλεται κυρίως στην ισχυρή άνοδο της παραγωγής, η οποία ενισχύεται σταθερά για πέμπτο διαδοχικό μήνα. Παράλληλα, ο ρυθμός εισροής νέων παραγγελιών επιταχύνθηκε σημαντικά, γεγονός που οι βιομηχανίες αποδίδουν στην ενισχυμένη εμπιστοσύνη των πελατών. Θετικά μηνύματα έρχονται και από το μέτωπο των εξαγωγών, με τις πωλήσεις στις ευρωπαϊκές αγορές να παρουσιάζουν ήπια αλλά σταθερή βελτίωση.
Οι προκλήσεις στο μέτωπο του κόστους
Ωστόσο, η ισχυρή ανάπτυξη συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Οι τιμές των πρώτων υλών και τα μεταφορικά έξοδα αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων δώδεκα μηνών. Η άνοδος αυτή τροφοδοτήθηκε από τις καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις αυξημένες τιμές των μετάλλων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έκθεση και στις κινητοποιήσεις των αγροτών. Οι αποκλεισμοί οδικών αξόνων δυσχέραναν τους χρόνους παράδοσης, οδηγώντας τη λειτουργική απόδοση των προμηθευτών στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Αύγουστο του 2024.
Αύξηση απασχόλησης και μείωση αποθεμάτων
Στον τομέα της εργασίας, η εικόνα παραμένει ευοίωνη. Οι ελληνικές επιχειρήσεις προχώρησαν σε νέες προσλήψεις προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην αυξημένη ζήτηση και να καλύψουν τα κενά στην παραγωγή.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι οι βιομηχανίες αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα αποθέματά τους για να εκτελέσουν τις τρέχουσες παραγγελίες. Ως αποτέλεσμα, τα αποθέματα προμηθειών υποχώρησαν για πρώτη φορά μέσα σε ένα τετράμηνο, παρά τη συνεχιζόμενη έντονη αγοραστική δραστηριότητα για την προμήθεια υλικών.
Παρά τις πληθωριστικές πιέσεις και τα προβλήματα στις μεταφορές, η ελληνική μεταποίηση αποδεικνύει την ανθεκτικότητά της, αποτελώντας τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της εγχώριας οικονομίας στην αυγή του 2026.
















