Σε μια ιστορική καμπή για τη διεθνή διπλωματία και τη δημόσια υγεία, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν και επίσημα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) την περασμένη Πέμπτη. Η εξέλιξη αυτή, η οποία είχε προαναγγελθεί εδώ και μήνες, προκάλεσε την έντονη θλίψη του διεθνούς οργανισμού, ο οποίος το Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2026, εξέφρασε την ελπίδα η Ουάσινγκτον να επανεξετάσει τη στάση της και να επιστρέψει στο μέλλον.
Το σκεπτικό της κυβέρνησης Τραμπ
Η απόφαση για το «διαζύγιο» φέρει τη σφραγίδα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει εξαπολύσει δριμεία κριτική κατά του οργανισμού τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση, ο ΠΟΥ απέτυχε παταγωδώς στη διαχείριση της πανδημίας της Covid-19, επιδεικνύοντας έλλειψη ανεξαρτησίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ότι ο οργανισμός υπέκυψε σε «ανάρμοστη πολιτική επιρροή», υπονοώντας τις στενές σχέσεις του με την Κίνα. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε και το οικονομικό ζήτημα, κάνοντας λόγο για «αδικαιολόγητα επαχθείς πληρωμές» από την πλευρά των ΗΠΑ, οι οποίες, κατά τον ίδιο, ήταν δυσανάλογα υψηλές σε σχέση με τις εισφορές χωρών με πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό.

Η απάντηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας
Από την πλευρά του, ο ΠΟΥ υπεραμύνθηκε του έργου του, τονίζοντας ότι κλήθηκε να διαχειριστεί μια πρωτοφανή κρίση. Σε επίσημη ανακοίνωσή του, ο οργανισμός υπογράμμισε ότι τα συστήματα που τέθηκαν σε λειτουργία πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας θωράκισαν την ασφάλεια όλων των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η συνεργασία είναι η μόνη οδός για την αντιμετώπιση παγκόσμιων απειλών», σημειώνουν κύκλοι του οργανισμού, εκφράζοντας την ανησυχία τους για το κενό που αφήνει η αποχώρηση ενός εκ των κορυφαίων χρηματοδοτών του.
Ένα αβέβαιο μέλλον για τη διεθνή ασφάλεια
Η έξοδος των ΗΠΑ δημιουργεί τεράστια ερωτηματικά για τη βιωσιμότητα και τη μελλοντική χρηματοδότηση των υγειονομικών προγραμμάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Καθώς νέες απειλές, όπως ο ιός Νιπάι, αναδύονται στον ορίζοντα, η απουσία της ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου από το τραπέζι των αποφάσεων του ΠΟΥ θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως ένα επικίνδυνο ρίσκο για τη συλλογική ασφάλεια της ανθρωπότητας.
















