Σε τροχιά σταδιακής αποκλιμάκωσης κινήθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2026, υποχωρώντας στο 2,8% από 2,9% που ήταν τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat. Παρά τη μικρή αυτή πτώση, η χώρα μας συνεχίζει να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, πίσω μόνο από τη Σλοβακία (4,2%) και την Κροατία (3,6%). Στον αντίποδα, η Γαλλία εμφάνισε το χαμηλότερο ποσοστό με μόλις 0,4%, αναδεικνύοντας τις σημαντικές αποκλίσεις που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ των κρατών-μελών.
Η εικόνα στην Ευρωζώνη και οι «πρωταγωνιστές» των ανατιμήσεων. Συνολικά στην Ευρωζώνη, ο ετήσιος πληθωρισμός εκτιμάται ότι υποχώρησε στο 1,7% τον Ιανουάριο, παρουσιάζοντας μια πιο γενναία πτώση σε σχέση με το 2% του Δεκεμβρίου. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σημαντική μείωση των τιμών στην ενέργεια (-4,1%), η οποία λειτούργησε ως αντίβαρο στις συνεχιζόμενες πιέσεις στον τομέα των υπηρεσιών (3,2%) και των τροφίμων (2,7%). Παρόλο που ο γενικός δείκτης δείχνει να σταθεροποιείται κάτω από το όριο του 2% για την Ευρωζώνη, το κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα παραμένει «τσουχτερό» για τα νοικοκυριά, καθώς οι τιμές στα είδη πρώτης ανάγκης συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμούς ταχύτερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι «πρωταγωνιστές» της ακρίβειας και η απόκλιση της Ελλάδας από την Ευρώπη
Τρόφιμα και υπηρεσίες συντηρούν τις πληθωριστικές πιέσεις. Παρά τη μικρή υποχώρηση του γενικού δείκτη στο 2,8%, η Ελλάδα παραμένει αντιμέτωπη με επίμονες ανατιμήσεις σε κρίσιμες κατηγορίες, οι οποίες την κρατούν στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την ανάλυση των στοιχείων, ο τομέας των τροφίμων, του αλκοόλ και του καπνού συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά το καλάθι του νοικοκυριού, με το ελαιόλαδο και τα φρέσκα προϊόντα να καταγράφουν διψήφια ποσοστά αύξησης σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, ο τομέας των υπηρεσιών, ο οποίος περιλαμβάνει τις μεταφορές και τον τουρισμό, παρουσιάζει ετήσιο ρυθμό ανόδου άνω του 3%, αντανακλώντας τη διατήρηση του υψηλού κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων και της ισχυρής ζήτησης.














