Με επιφυλακτικότητα υποδέχονται τα νοικοκυριά τη νέα περίοδο διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς η σημαντική οικονομική ενίσχυση από το κράτος και τα διυλιστήρια δεν αρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως τις επιπτώσεις της διεθνούς ενεργειακής κρίσης.
Η τελική τιμή διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,95 ευρώ που θα κόστιζε το καύσιμο χωρίς τις παρεμβάσεις. Παρά τη μείωση των 40 λεπτών, ωστόσο, το πετρέλαιο παραμένει περίπου 37% ακριβότερο από την αντίστοιχη περσινή περίοδο, όταν η τιμή εκκίνησης ήταν 1,13 ευρώ.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την πίεση που εξακολουθεί να δέχεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός, αλλά εξηγεί και τη στάση αναμονής των καταναλωτών.
Πόσο κοστίζει πλέον το γέμισμα της δεξαμενής
Η παρέμβαση στην αγορά προβλέπει κρατική επιδότηση 20 λεπτών ανά λίτρο και ισόποση έκπτωση από τα διυλιστήρια, με συνολικό όφελος 40 λεπτών.
Με τη μέση τιμή στα 1,55 ευρώ, ένα νοικοκυριό που παραγγέλνει 500 λίτρα καταβάλλει περίπου 775 ευρώ, αντί 975 ευρώ χωρίς τις εκπτώσεις. Για ποσότητα 1.000 λίτρων, η δαπάνη περιορίζεται στα 1.550 ευρώ, έναντι 1.950 ευρώ.
Το οικονομικό όφελος ανέρχεται επομένως σε 200 και 400 ευρώ αντίστοιχα.
Παράλληλα, οι τιμές δεν είναι ενιαίες σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αυξημένες μεταφορικές δαπάνες επιβαρύνουν κυρίως τις απομακρυσμένες περιοχές, ενώ οι μικρές παραγγελίες ενδέχεται να έχουν υψηλότερη τιμή ανά λίτρο. Αντίθετα, εμπορικές προσφορές, όπως αυτή της ΕΚΟ με τιμή εκκίνησης 1,49 ευρώ, δημιουργούν περιθώρια χαμηλότερης επιβάρυνσης.
Η αναμονή των καταναλωτών και ο κίνδυνος νέων μεταβολών
Η ζήτηση παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου οι θερμοκρασίες δεν έχουν καταστήσει αναγκαία τη λειτουργία των καυστήρων.
Πολλοί καταναλωτές επιλέγουν να καθυστερήσουν τις παραγγελίες, προσδοκώντας ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών πετρελαίου. Πρόκειται, ωστόσο, για επιλογή που εμπεριέχει αβεβαιότητα, καθώς η μεταβλητότητα στις ενεργειακές αγορές μπορεί να οδηγήσει και σε αντίθετη κατεύθυνση.
Την ίδια στιγμή, περιορισμένα είναι τα αποθέματα από τον προηγούμενο χειμώνα. Η τιμή του πετρελαίου είχε ήδη ανέβει στα 1,749 ευρώ ανά λίτρο κατά τη λήξη της περσινής περιόδου θέρμανσης, αποθαρρύνοντας αρκετούς καταναλωτές από την αγορά επιπλέον ποσοτήτων.
Κρίσιμο ορόσημο αποτελεί το τέλος Οκτωβρίου, οπότε προβλέπεται επανεξέταση των παρεμβάσεων. Η κρατική επιδότηση έχει ανακοινωθεί για το διάστημα 15-31 Οκτωβρίου, χωρίς να έχει προεξοφληθεί η συνέχισή της με τους ίδιους όρους.
Το επίδομα θέρμανσης και το πρόσθετο όφελος
Πέρα από τη μείωση στην τιμή πώλησης, οι δικαιούχοι μπορούν να υπολογίζουν και στο αυξημένο επίδομα θέρμανσης, το οποίο ενισχύεται κατά 30%.
Τα ποσά ξεκινούν από 130 ευρώ και μπορούν να φτάσουν έως τα 1.560 ευρώ για περιοχές με ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες θέρμανσης, ανάλογα με τα προβλεπόμενα κριτήρια.
Η ενίσχυση καλύπτει πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια, καυσόξυλα και πέλετ.
Η πλατφόρμα αιτήσεων αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου, ενώ η πρώτη πληρωμή προγραμματίζεται έως τις 23 Δεκεμβρίου.
Για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις, ο συνδυασμός των δύο μέτρων μπορεί να μειώσει περαιτέρω την πραγματική επιβάρυνση, με το ενδεικτικό τελικό κόστος να προσεγγίζει τα 1,35 ευρώ ανά λίτρο, ανάλογα με το ύψος του επιδόματος και την κατανάλωση.
Ακριβότερες και οι εναλλακτικές μορφές θέρμανσης
Η ενεργειακή πίεση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Η μέση τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε στα 26,31 λεπτά ανά κιλοβατώρα, από 22,96 λεπτά έναν χρόνο νωρίτερα.
Αντίστοιχα, το φυσικό αέριο αυξήθηκε στα 10,29 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 7,35 λεπτών πέρυσι.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τις δυνατότητες εξοικονόμησης μέσω αλλαγής καυσίμου και καθιστά την ενεργειακή δαπάνη βασική πρόκληση για τα νοικοκυριά.
Οι επόμενες εβδομάδες θα καθορίσουν εάν οι επιδοτήσεις, οι διεθνείς τιμές και οι καιρικές συνθήκες θα επιτρέψουν μια πιο ομαλή εξέλιξη της χειμερινής περιόδου ή εάν θα απαιτηθούν πρόσθετες παρεμβάσεις για τη συγκράτηση του κόστους.















