Το βλέμμα των αναλυτών στα αποτελέσματα που ξεκινούν να ανακοινώνουν οι ελληνικές τράπεζες στο τέλος Οκτωβρίου είναι στραμμένο στην πιστωτική επέκταση, καθώς από την πορεία των νέων χρηματοδοτήσεων θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό η διατήρηση της κερδοφορίας και το 2027. Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι τα υψηλότερα επιτόκια και η γεωπολιτική αστάθεια ενδέχεται να έχουν βάλει ένα σχετικό φρένο στις εκταμιεύσεις κατά το γ’ τρίμηνο, ιδιαίτερα στη λιανική τραπεζική, χωρίς ωστόσο να ανατρέπουν τη συνολική εικόνα. Οι στόχοι της χρονιάς εκτιμάται ότι παραμένουν εφικτοί, καθώς η ισχυρή δυναμική του α’ εξαμήνου, η επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων και η σταδιακή διοχέτευση κεφαλαίων στην οικονομία εξακολουθούν να στηρίζουν τη ζήτηση για δάνεια. Σε κάθε περίπτωση, η κερδοφορία παραμένει ικανοποιητική καθώς η αύξηση του κόστους του χρήματος φέρνει περισσότερους τόκους στα ταμεία των τραπεζών. Και εντέλει οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν έσοδα από τόκους και προμήθειες κυρίως και όχι από κέρδη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Η πιστωτική επέκταση αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά στοιχήματα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, μια και ήταν αυτό που ξεχώριζε τις ελληνικές τράπεζες στην Ευρώπη. Οι νέες χρηματοδοτήσεις, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των προμηθειών, τον έλεγχο του κόστους και τη διατήρηση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου καλούνται να στηρίξουν την κερδοφορία σε μια περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να διατηρήσουν υψηλές αποδόσεις χωρίς να στηρίζονται αποκλειστικά στα επιτοκιακά έσοδα.
Η δυναμική του α’ εξαμήνου και το στοίχημα του γ’ τριμήνου
Η εικόνα του β’ τριμήνου είχε δημιουργήσει θετικές προσδοκίες. Η πιστωτική επέκταση παρέμεινε ευρείας βάσης, με αιχμή τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, ενώ τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν σε ετήσια βάση κατά περίπου 9% έως 14% στις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Η ισχυρή αυτή επίδοση συνέβαλε στην κάλυψη περίπου του 70% των ετήσιων στόχων πιστωτικής επέκτασης, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Eurobank Equities για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο ο ρυθμός αυτός διατηρήθηκε και στο γ’ τρίμηνο. Η εκτίμηση είναι ότι η πιστωτική επέκταση θα εμφανίσει κάποια ομαλοποίηση σε σχέση με τους ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς του α’ εξαμήνου, χωρίς να χάνει τη δυναμική της. Η αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, το κόστος χρηματοδότησης και η προσεκτικότερη αξιολόγηση επενδυτικών σχεδίων μπορεί να επηρεάζουν τον χρόνο λήψης αποφάσεων από τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, η ύπαρξη ώριμων χρηματοδοτικών σχεδίων και η ανάγκη ανανέωσης του παραγωγικού εξοπλισμού εξακολουθούν να συντηρούν τη ζήτηση.
Η πρόσφατη ανάλυση της Eurobank Equities εκτιμά ότι η υψηλότερη βάση δραστηριότητας με την οποία έκλεισε το β’ τρίμηνο θα συνεχίσει να τροφοδοτεί τα έσοδα από τόκους και προμήθειες και στη συνέχεια. Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, καθώς η πιστωτική επέκταση δεν επηρεάζει μόνο το μέγεθος του δανειακού χαρτοφυλακίου, αλλά και τη δυνατότητα των τραπεζών να αντισταθμίσουν την πίεση στα επιτοκιακά περιθώρια.
Η επόμενη μέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ενα από τα βασικά ερωτήματα για τον κλάδο αφορά τη διατήρηση της πιστωτικής επέκτασης μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η σταδιακή απόσυρση των ευρωπαϊκών πόρων δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για το αν θα υπάρξει κενό στη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Η Eurobank Equities, ωστόσο, εκτιμά ότι η επιβράδυνση θα είναι σταδιακή και δεν θα οδηγήσει σε απότομη διακοπή της πιστωτικής ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, η Ελλάδα έχει λάβει 11,7 δισ. ευρώ από το συνολικό κονδύλι των 17,7 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί στα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι υπογεγραμμένες συμβάσεις καλύπτουν επενδύσεις ύψους 29,2 δισ. ευρώ, οι οποίες χρηματοδοτούνται από 13,2 δισ. ευρώ δανείων του Ταμείου, 9,4 δισ. ευρώ τραπεζικού δανεισμού και 6,6 δισ. ευρώ ιδίων κεφαλαίων των επενδυτών.
Παράλληλα, έως τον Μάιο είχαν εκταμιευτεί 6 δισ. ευρώ, ενώ οι εκταμιεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν έως το 2029. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό απόθεμα επενδύσεων που μπορεί να στηρίξει τις τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και μετά το 2026.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο το ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά και η ταχύτητα με την οποία θα υλοποιούνται τα επενδυτικά σχέδια. Η Eurobank Equities εκτιμά ότι η πιστωτική επέκταση στις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα υποχωρήσει από 8,6% το 2026 σε 7,6% το 2027 και 7% το 2028.
Επιτόκια, προμήθειες και κερδοφορία
Το περιβάλλον των επιτοκίων παραμένει ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες για τα αποτελέσματα του γ’ τριμήνου. Στο πρόσφατο inflation monitor που δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπεται άλλη μία αύξηση επιτοκίων ως το τέλος του έτους και άλλες δύο μέσα στο α’ εξάμηνο του 2027.
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από τα υψηλότερα επιτόκια, αν και η θετική επίδραση είναι πλέον μικρότερη σε σχέση με την περίοδο εξόδου από τα αρνητικά επιτόκια. Την ίδια στιγμή, ο ανταγωνισμός στη χορήγηση δανείων μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια κέρδους.
Αλλωστε η αύξηση των επιτοκίων δεν λειτουργεί χωρίς αντισταθμιστικές επιπτώσεις. Το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης μπορεί να αναβάλει οριακά βιώσιμα επενδυτικά σχέδια, επηρεάζοντας τη ζήτηση για νέα δάνεια. Η μέχρι σήμερα πορεία της επιχειρηματικής πίστης δείχνει, πάντως, ότι οι επενδυτικές ανάγκες και η διαθεσιμότητα ώριμων χρηματοδοτικών σχεδίων παίζουν καθοριστικότερο ρόλο από το απόλυτο επίπεδο των επιτοκίων.
Οι κίνδυνοι και οι αποτιμήσεις
Στους κινδύνους για την επόμενη περίοδο περιλαμβάνονται η γεωπολιτική αστάθεια, οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων στην υλοποίηση επενδύσεων.
Το βασικό μήνυμα εν όψει των αποτελεσμάτων είναι ότι το γ’ τρίμηνο θα αποτελέσει τεστ αντοχής για την πιστωτική επέκταση, όχι όμως κατ’ ανάγκη σημείο καμπής. Εφόσον η χρηματοδοτική δραστηριότητα διατηρηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα και οι επιχειρηματικές επενδύσεις συνεχίσουν να τροφοδοτούν τη ζήτηση, οι ετήσιοι στόχοι παραμένουν εφικτοί.















