Η πολεμική αναμέτρηση στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή των ροών από τα Στενά του Ορμούζ δημιούργησαν αρχικά τον φόβο ενός ακραίου ενεργειακού σοκ. Οι εκτιμήσεις για πετρέλαιο στα 150 ή ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι δεν επιβεβαιώθηκαν. Αντίθετα, η αγορά αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από ό,τι προέβλεπαν τα πιο απαισιόδοξα σενάρια.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Η ύπαρξη διαθέσιμων αποθεμάτων, η ενεργοποίηση εναλλακτικών οδών μεταφοράς και η υποχώρηση της ζήτησης, κυρίως από την Κίνα, λειτούργησαν συνδυαστικά και περιόρισαν τις απώλειες από τη διακοπή των ροών μέσω του Ορμούζ.
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν η ανάλυση μεταφέρεται από τη διεθνή τιμή του αργού στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στην αντλία. Εκεί, οι διαταραχές στη διύλιση, η περιορισμένη προσφορά ντίζελ και ο γεωπολιτικός κίνδυνος εξακολουθούν να δημιουργούν σημαντικές πιέσεις.
Οι τρεις άμυνες απέναντι στο σοκ του Ορμούζ
Πριν από τον πόλεμο, από τα Στενά του Ορμούζ περνούσαν περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχούσε σε περίπου 20%-25% της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς. Η απότομη διακοπή ενός τόσο σημαντικού διαύλου θα μπορούσε θεωρητικά να προκαλέσει τεράστιο έλλειμμα.
Η αγορά, όμως, διέθετε ήδη σημαντικά αποθέματα. Παράλληλα, η συντονισμένη απελευθέρωση περίπου 400 εκατ. βαρελιών από στρατηγικά αποθέματα και η ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών δημιούργησαν πρόσθετη προσφορά. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της απώλειας των περίπου 9 εκατ. βαρελιών ημερησίως που επηρεάστηκαν από τη διαταραχή μπόρεσε να αντισταθμιστεί.
Σημαντική ήταν και η λειτουργία των εναλλακτικών αγωγών. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατάφεραν να διοχετεύσουν μέρος των ποσοτήτων τους από άλλες διαδρομές, προσθέτοντας συνολικά περίπου 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως στις διαθέσιμες ροές. Μόνο τα ΗΑΕ εξάγουν περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, με στόχο να αυξήσουν αυτή την ποσότητα στα 3 εκατ. έως το τέλος του 2027.
Ο τρίτος παράγοντας ήταν η Κίνα. Η χώρα περιόρισε σημαντικά τις εισαγωγές πετρελαίου, μειώνοντας τη ζήτηση κατά περίπου 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως και φτάνοντας στα χαμηλότερα επίπεδα περίπου οκταετίας. Η ταχεία ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης ενίσχυσε αυτή την τάση, καθώς η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων στην κινεζική οικονομία βρισκόταν ήδη υπό πίεση.
Η επιστροφή των ροών αλλάζει την εικόνα
Σταδιακά, η αγορά άρχισε να βρίσκει τρόπους ώστε μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου να φτάνουν στους καταναλωτές. Όλο και περισσότερα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο από τις χώρες του Κόλπου διασχίζουν πλέον το Ορμούζ με αμερικανική συνοδεία.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στους όγκους εξαγωγών. Τον Σεπτέμβριο, οι αραβικές χώρες εξήγαγαν συνολικά σχεδόν 17 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε αργό και διυλισμένα προϊόντα, ο υψηλότερος όγκος από τον Φεβρουάριο και αρκετά κοντά στα προπολεμικά επίπεδα των περίπου 20 εκατ. βαρελιών.
Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί το αρχικό σοκ στις τιμές δεν εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτο ράλι. Το πετρέλαιο κινείται περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο υψηλό αλλά όχι πρωτοφανές για τις διεθνείς αγορές.
Γιατί η αντλία δεν ακολουθεί το Brent
Η σχετική σταθερότητα του αργού, όμως, δεν σημαίνει ότι έχει αποκατασταθεί ολόκληρη η αλυσίδα εφοδιασμού. Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στη διύλιση.
Οι επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια και οι γενικότερες διαταραχές στην παραγωγή βενζίνης και ντίζελ έχουν περιορίσει την προσφορά των διυλισμένων προϊόντων. Τα περιθώρια διύλισης έχουν αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα η τιμή των καυσίμων να παραμένει υψηλή ακόμη και όταν το Brent δεν ακολουθεί αντίστοιχη πορεία.
Παράλληλα, η συζήτηση γύρω από πιθανό περιορισμό των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ δημιουργεί επιπλέον αβεβαιότητα. Η Ευρώπη εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αμερικανικές ποσότητες και οποιαδήποτε μείωση των αποστολών θα μπορούσε να εντείνει την ήδη περιορισμένη προσφορά.
Στην εξίσωση προστίθεται και ο γεωπολιτικός κίνδυνος. Μια νέα κλιμάκωση από το Ιράν, με επιθέσεις σε πλοία ή ενεργειακές υποδομές, θα μπορούσε να ανατρέψει γρήγορα την ισορροπία που έχει επιτευχθεί.
Η Κίνα επιστρέφει στο προσκήνιο
Ένας ακόμη παράγοντας που χρειάζεται πλέον στενή παρακολούθηση είναι η κινεζική ζήτηση. Η αρχική υποχώρηση των εισαγωγών λειτούργησε ως ισχυρό αντίβαρο στο σοκ της προσφοράς. Ωστόσο, αυτή η τάση φαίνεται να αντιστρέφεται, καθώς τα αποθέματα αργού και διυλισμένων προϊόντων στην κινεζική αγορά περιορίζονται.
Εάν το Πεκίνο επιστρέψει δυναμικά στην παγκόσμια αγορά, η ζήτηση θα αυξηθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά παραμένει εύθραυστη.
Έτσι, η εικόνα της αγοράς είναι διπλή. Από τη μία, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου απέδειξε ότι διαθέτει μηχανισμούς προσαρμογής και κατάφερε να απορροφήσει μεγάλο μέρος του σοκ του Ορμούζ. Από την άλλη, η διαδρομή μέχρι την τελική τιμή στην αντλία παραμένει γεμάτη bottlenecks.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η σταθεροποίηση του Brent δεν ισοδυναμεί με επιστροφή των καυσίμων στην κανονικότητα. Όσο η διύλιση παραμένει υπό πίεση, το ντίζελ περιορισμένο και η γεωπολιτική αβεβαιότητα υψηλή, οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να αισθάνονται πολύ πιο έντονα το ενεργειακό σοκ από ό,τι υποδηλώνει η τιμή του αργού πετρελαίου.















