Η εικόνα του ασπρομάλλη άνδρα να κοιτάει τον φακό σχεδόν χαμογελώντας καθώς οδεύει συνοδεία δύο αστυνομικών στο αστυνομικό τμήμα του Αιγίου δεν συνάδει καθόλου με μια άλλη φωτογραφία του, τραβηγμένη την δεκαετία του ‘90.
Αυτή τον απεικονίζει πολύ νεότερο, με μαύρα μαλλιά, μαυρισμένο δεξί μάτι ενώ φέρει και ένα χτύπημα στο δεξί του μάγουλο, απόρροια προφανώς κάποιου καυγά.

Είναι ο Τζέιμς Δαλαμάγκας, την εποχή που ήταν ο σκληρός της νύχτας σύμφωνα με αρκετά ΜΜΕ της Αυστραλίας, ο οποίος δύο χρόνια πριν μαχαιρώσει τον άτυχο Γιαννόπουλο φέρεται-σύμφωνα με την αστυνομία που τον αναγνώρισε ως τον βασικό ύποπτο-να σκότωσε άλλον ένα έλληνα ομογενή.

Ήταν ο Τιμ Βουκελάτος, εργάτης οικοδομών και part time πορτιέρης σε κλαμπ του Σίδνεϊ, ο ο οποίος δολοφονήθηκε το 1997 με πέντε σφαίρες ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του.
Δυο χρόνια μετά ο Δαλαμάγκας σύμφωνα με τα όσα έχουν δημοσιοποιηθεί μαχαιρώνει μέχρι θανάτου τον Γιώργο Γιαννόπουλο, ο οποίος προσπάθησε να χωρίσει κάποιους θαμώνες που τσακώνονταν σε νυχτερινό κλαμπ του Μπέλμορ.
Όταν ο ομογενής σωριάζεται νεκρός μέσα στην κουζίνα του μαγαζιού, ο Δαλαμάγκας εξαφανίζεται και πριν οι αρχές τον εντοπίσουν μπαίνει σε αεροπλάνο και αφήνει-για πάντα όπως νόμιζε τότε-πίσω του την χώρα των καγκουρό.

Χρειάστηκε να περάσουν 27 ολόκληρα χρόνια για να έρθει τελικά αντιμέτωπος με την σύλληψη και την δικαιοσύνη, σε ένα μικρό χωριό της Αιγιαλείας.
Μέχρι στιγμής δεν έχει διευκρινιστεί αν ήρθε από την αρχή της φυγής του το 1999 στην Ελλάδα, αφού στην χώρα μας εμφανίζεται με άλλο όνομα ως Αντώνης Τζήμας το 2008.
Είναι η περίοδος που αγοράζει μια έκταση στο Αίγιο με ένα μισογκρεμισμένο οίκημα και χτίζει την σημερινή του κατοικία, έξω από την οποία συνελήφθη.
Μια κατοικία, καλά προστατευμένη από ψηλούς τοίχους σε ένα μικρό χωριό, το Άλσος Αιγιαλείας όπου είχε αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις με τους κατοίκους λέγοντάς τους την «ιστορία» που είχε πλάσει.
Ότι είναι ένας καρκινοπαθής ομογενής από την Αυστραλία, που ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην συγκεκριμένη περιοχή για τον καθαρό αέρα, την φύση και τις αγροτικές δουλειές στις οποίες ενέσκηψε με ζήλο.
Η αλήθεια όμως ήταν πολύ διαφορετική για τον ασπρομάλλη πλέον Δαλαμάγκα, που νόμιζε ότι είχε πλέον γλιτώσει για πάντα από το παρελθόν του.
Η σχέση με τον Γιάννη Μακρή
Ένα παρελθόν στο οποίο φέρεται να συμμετέχει και ένας άλλος ομογενής αφού κανείς πλην ελάχιστων ανθρώπων δεν γνωρίζει ότι ο Δαλαμάγκας με την νέα του ταυτότητα φέρεται να ανεβαίνει κάποιες φορές στην Αθήνα και συναντιέται με τον επίσης Ελληνοαυστραλό Γιάννη Μακρή.
Πρόκειται για τον επιχειρηματία που δραστηριοποιείτο χρόνια στην Μύκονο, ο οποίος δολοφονήθηκε από εκτελεστή τον Οκτώβριο του 2018, έξω από την κατοικία του στο Πανόραμα Βούλας
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Daily Telegraph ο Γιάννης Μακρής είχε διασκεδάσει μαζί με τον Τζέιμς Δαλαμάγκα σε γνωστό κλαμπ λίγες εβδομάδες πριν την δολοφονία του.

Μια δολοφονία που έλαβε χώρα την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου του 2018, όταν ο «Αυστραλός» όπως αποκαλούσαν τον Μακρή βρίσκεται μέσα σε ένα Smart έξω από το σπίτι του, όταν ένας άγνωστος άνδρας με τζόκεϊ πλησιάζει γρήγορα και αρχίζει να τον πυροβολεί από το παράθυρο του συνοδηγού.
Το θύμα ανοίγει την πόρτα του οδηγού και προσπαθεί να διαφύγει, αλλά ο δολοφόνος του τρέχει και τον αποτελειώνει, πριν εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα, ενώ η σύζυγος του επιχειρηματία Βικτώρια Καρύδα μαθαίνει το νέο και καταρρέει σε επίδειξη μόδας που συμμετείχε ως μοντέλο.
Οι δύο άνδρες φέρεται να είχαν γνωριστεί μετά το 2008, ενώ ο Μακρής που κινούνταν εκείνα τα χρόνια μεταξύ Αθήνας, Σίδνεϊ και Μυκόνου εγκατέλειψε οριστικά την Αυστραλία το 2013 αφήνοντας εκκρεμότητες με τον νόμο και την δικαιοσύνη.

Μέχρι ο Δαλαμάγκας να μιλήσει αφού μέχρι στιγμής αρνείται όλες τις κατηγορίες, η όποια σχέση διατηρούσε με τον Μακρή θα παραμένει ένα μυστήριο, αν και δεν είναι σύνηθες να είσαι καταζητούμενος και να βγαίνεις έξω για clubbing με ανθρώπους που δεν γνωρίζεις πολύ καλά.
Στην άλλη άκρη του κόσμου, η οικογένεια του Γιώργου Γιαννόπουλου με δήλωση στα ΜΜΕ της Αυστραλίας χθες, ευχαρίστησε τις αρχές για την σύλληψη του φυγόδικου που μαχαίρωσε μέχρι θανάτου τον δικό τους άνθρωπο, ένα βράδυ που δεν το ξέχασαν ποτέ.
















