Με επίκεντρο την Αθήνα, όπου κυρώθηκαν οι νέες συμφωνίες στο Μέγαρο Μαξίμου, η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα, δυναμική φάση ενεργειακού σχεδιασμού. Οι συμβάσεις έρευνας για τα τέσσερα θαλάσσια «οικόπεδα» νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου ενεργοποιούν ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα που εκτιμάται ότι θα αγγίξει το 1 δισ. ευρώ έως το 2031, με την ψήφο εμπιστοσύνης ενεργειακών κολοσσών όπως η ExxonMobil και η Chevron.
Διπλασιασμός του ερευνητικού πεδίου
Η γεωστρατηγική και οικονομική σημασία της συμφωνίας αποτυπώνεται στην εντυπωσιακή διεύρυνση του πεδίου ερευνών. Με την προσθήκη των νέων παραχωρήσεων, η συνολική έκταση της ελληνικής επικράτειας προς εξερεύνηση διπλασιάζεται ουσιαστικά, αυξανόμενη από τα 47.905 στα 94.094 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Όπως ανέλυσε ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, Άρης Στεφάτος, η εξέλιξη αυτή αναβαθμίζει γεωμετρικά τις πιθανότητες εντοπισμού εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων, αξιοποιώντας την εθνική παρακαταθήκη των γεωλογικών δεδομένων που έχουν συλλεχθεί από το 2014, ύψους επένδυσης άνω των 111 εκατ. ευρώ.

Οι τρεις φάσεις ωρίμανσης
Το τεχνικό πρόγραμμα των ερευνών θα εξελιχθεί σε ορίζοντα επταετίας, διαρθρωμένο σε τρία διακριτά στάδια που διασφαλίζονται μέσω τραπεζικών εγγυήσεων. Η αρχική φάση, τριετούς διάρκειας, εστιάζει στη συλλογή δισδιάστατων σεισμικών δεδομένων. Ακολουθεί η δεύτερη φάση, όπου θα διεξαχθούν τρισδιάστατες έρευνες υψηλής ακρίβειας για την πληρέστερη απεικόνιση των γεωλογικών δομών. Το κρίσιμο ορόσημο εντοπίζεται στην τρίτη φάση, η οποία προβλέπει τη διενέργεια ερευνητικών γεωτρήσεων –μία ανά περιοχή– με εκτιμώμενο κόστος 100 εκατ. ευρώ, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τη θεωρητική χαρτογράφηση στην πράξη της επιβεβαίωσης.
Τα δημοσιονομικά οφέλη για το Δημόσιο
Σε οικονομικό επίπεδο, το πλαίσιο των συμβάσεων διασφαλίζει σημαντικά έσοδα για τα κρατικά ταμεία. Σύμφωνα με τα μοντέλα της ΕΔΕΥΕΠ, το εκτιμώμενο όφελος για το Ελληνικό Δημόσιο (Estimated Effective State Benefit) θα κυμαίνεται μεταξύ 38% και 41% των καθαρών κερδών από πιθανή παραγωγή. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό του φόρου εισοδήματος (20%), των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης (royalties), αλλά και ενός ειδικού περιφερειακού φόρου 5%, ο οποίος θα κατευθύνεται ανταποδοτικά στις τοπικές κοινωνίες που θα φιλοξενήσουν τις δραστηριότητες.














