Παρότι αριθμεί μόλις περίπου 830.000 κατοίκους, μια μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής έχει πετύχει κάτι που ακόμη και οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη αδυνατούν να εξασφαλίσουν: πλήρη διατροφική αυτάρκεια. Ο λόγος για τη Γουιάνα, η οποία καλύπτει το σύνολο των βασικών διατροφικών αναγκών του πληθυσμού της αποκλειστικά από εγχώρια παραγωγή.
Σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Food και ανέλυσε δεδομένα από 186 χώρες, η Γουιάνα είναι η μοναδική χώρα παγκοσμίως που παράγει επαρκείς ποσότητες και από τις επτά βασικές ομάδες τροφίμων: φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά, κρέας, ψάρια, όσπρια και αμυλούχα τρόφιμα. Το επίτευγμα αυτό επιτυγχάνεται χωρίς ουσιαστική εξάρτηση από εισαγωγές.
Το στοιχείο που εντυπωσιάζει περισσότερο τους ερευνητές είναι ότι η αυτάρκεια αυτή δεν συνοδεύτηκε από εκτεταμένη περιβαλλοντική καταστροφή. Αντίθετα, η Γουιάνα διατηρεί ανέπαφο περίπου το 85% της επικράτειάς της, το οποίο καλύπτεται από παρθένα τροπικά δάση. Ο πληθυσμός της χώρας ζει κυρίως σε μια στενή παράκτια ζώνη, η οποία αξιοποιείται με ιδιαίτερα αποδοτικό και βιώσιμο τρόπο.
Η γεωγραφική θέση της χώρας, λίγο βόρεια του Ισημερινού, προσφέρει ιδανικές συνθήκες για γεωργία. Τα εδάφη είναι γόνιμα και τροφοδοτούνται εδώ και χιλιάδες χρόνια από το υδρολογικό σύστημα του Αμαζόνιος, ενώ οι σταθερές βροχοπτώσεις ευνοούν την καλλιέργεια όλο τον χρόνο. Σε αντίθεση με τη μονοκαλλιέργεια και τη βαριά βιομηχανική γεωργία, οι αγρότες της Γουιάνας εφαρμόζουν συστήματα πολυκαλλιέργειας, καλλιεργώντας διαφορετικά φυτά στο ίδιο χωράφι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι ανανάδες ή οι ντομάτες που αναπτύσσονται κάτω από καρύδες.
Η πρακτική αυτή προστατεύει το έδαφος, μειώνει τον κίνδυνο αποτυχίας της παραγωγής και ενισχύει τη φυσική γονιμότητα του εδάφους. Παράλληλα, η κτηνοτροφία ενσωματώνεται στη γεωργική δραστηριότητα, ενώ το έδαφος παραμένει καλυμμένο με «ζωντανές ρίζες» καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, περιορίζοντας την ανάγκη για χημικά λιπάσματα.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι το «μυστικό» της επιτυχίας της Γουιάνας είναι η επιλογή ενός μοντέλου ανάπτυξης που συνεργάζεται με τη φύση αντί να τη θυσιάζει. Σε μια εποχή όπου η επισιτιστική ασφάλεια και η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούν παγκόσμιες προκλήσεις, το παράδειγμα της χώρας αναδεικνύεται σε πρότυπο βιώσιμης διατροφικής πολιτικής.















