Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ίσως αποτελεί μια απογυμνωτική αποκάλυψη για το πώς λειτουργεί το κράτος όταν το κομματικό συμφέρον κυριαρχεί πάνω από κάθε έννοια θεσμικής ευθύνης. Όταν κρίσιμες θέσεις στελεχώνονται όχι βάσει ικανοτήτων, αλλά με κριτήριο την πολιτική πίστη, δεν μιλάμε για ατομικά λάθη, αλλά για ένα ολόκληρο σύστημα. Και μέσα σ’ αυτό το σύστημα, τι ρόλο έχει ο πολίτης; Τι εμπιστοσύνη μπορεί να έχει απέναντι σε μια δημόσια διοίκηση που μετατρέπεται σε προσωπικό φέουδο των εκάστοτε κυβερνώντων;
Η πολιτική ευθύνη δεν κρύβεται πίσω μόνο από τεχνικές αστοχίες. Μια κυβέρνηση που κυβερνά για έξι συναπτά έτη και έχει τοποθετήσει, βήμα-βήμα, ανθρώπους με σαφείς εξαρτήσεις σε νευραλγικά πόστα, δεν δικαιούται να εκπλήσσεται μπροστά στο φαινόμενο ΟΠΕΚΕΠΕ. Η περίπτωση δεν αφορά μια γραφειοκρατική αστοχία. Αντιθέτως, αποτελεί το επιστέγασμα ενός παγιωμένου πελατειακού μοντέλου με δομές σχεδόν φεουδαρχικές, όπου η εξουσία δεν απονέμεται με κριτήρια δημοσίου συμφέροντος, αλλά αναπαράγεται μέσα από δίκτυα πολιτικής συναλλαγής. Ας είμαστε σαφείς: το μοντέλο αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Χτίστηκε συστηματικά, μεθοδικά, και με πλήρη επίγνωση. Κι όταν το σύστημα αποκαλύπτεται, εκείνοι που το συντήρησαν σπεύδουν να αποποιηθούν ευθύνες.
Όμως οι ώριμες δημοκρατίες γνωρίζουν πως τέτοια φαινόμενα απαιτούν πολιτικές απαντήσεις και όχι επικοινωνιακές υπεκφυγές. Το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι τεχνικό, είναι βαθύτατα πολιτικό. Φέρνει στην επιφάνεια μια κρίσιμη διαχωριστική γραμμή, από τη μία, η παλαιοκομματική λογική που αντιλαμβάνεται το κράτος ως μέσο βολέματος· από την άλλη, η ανάγκη για μια νέα κουλτούρα θεσμικής ευθύνης. Σε αυτό το σημείο, η στάση του ΠΑΣΟΚ έχει βαρύνουσα σημασία. Επέλεξε να μην αναλωθεί σε θολούς συμψηφισμούς ή σε αφηγήσεις γενικής ενοχής. Μίλησε καθαρά, οριοθέτησε τη θέση του και καταδίκασε ευθέως κάθε πρακτική εργαλειοποίησης της διοίκησης. Υπενθύμισε πως η διαφάνεια δεν είναι εθιμικό αίτημα, αλλά καθημερινή πράξη ευθύνης απέναντι σε όλους τους πολίτες.
Ανακύπτει όμως ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί να αντέξει η σοβαρότητα την εποχή της εντύπωσης; Μπορεί να σταθεί ένας πολιτικός που επιλέγει την τεκμηρίωση και την υπευθυνότητα, απέναντι σε μια πολιτική αρένα που χειροκροτεί την πύρινη καταγγελία, αλλά αγνοεί το βάθος των προτάσεων; Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Γιατί κάθε φορά που ένας πολιτικός επιλέγει να μείνει εκτός του σόου των εντυπώσεων, το στοίχημα δεν είναι μόνο δικό του. Είναι και της κοινωνίας: αν είναι έτοιμη να ακούσει κάτι περισσότερο από τον θόρυβο.
Η πίεση που δέχεται σήμερα το ΠΑΣΟΚ είναι η πίεση της σοβαρής πολιτικής πρότασης απέναντι στα φέουδα. Δεν είναι υπόθεση προσωπική ούτε ιδεολογική πολυτέλεια· είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε μια κουλτούρα επικοινωνιακής κυριαρχίας και μια άλλη που επιμένει σε θεσμική συνέπεια και διαχειριστική υπευθυνότητα. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει επιλέξει με σταθερότητα να υπερασπιστεί το δεύτερο. Η επιμονή του για αποσύνδεση του ΟΠΕΚΕΠΕ από κάθε κομματική επιρροή, η πρότασή του για προανακριτική επιτροπή και η στοχευμένη κοινοβουλευτική πίεση δεν είναι κινήσεις τακτικής. Είναι πράξεις θεσμικής εγρήγορσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της κυβέρνησης γεννά εύλογα ερωτήματα. Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη για σύσταση εξεταστικής επιτροπής με χρονική αφετηρία το 1998 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποπροσανατολισμού. Αντί να εστιάσει στην ευθύνη του παρόντος, μεταθέτει τη συζήτηση στο παρελθόν, επιχειρώντας να συμψηφίσει πολιτικές εποχές. Το αποτέλεσμα; Μια θολή εικόνα που αφήνει αλώβητους όσους οφείλουν απαντήσεις για τη σημερινή κατάσταση. Η παραγραφή δεν είναι πολιτική λύση, είναι ηθική ήττα. Την ίδια στιγμή, ένα άλλο φαινόμενο παγιώνεται σιωπηλά στο περιθώριο. Τα μικρά κόμματα της Βουλής, αυτοπροσδιοριζόμενα ως ριζοσπαστικά ή εναλλακτικά, επιλέγουν τον ρόλο του αυτόκλητου τιμητή. Καταγγέλλουν, ειρωνεύονται, υπονοούν αλλά σπανίως προτείνουν. Δεν αγγίζουν τη διοίκηση, δεν μελετούν τη ροή των ευρωπαϊκών κονδυλίων, δεν παρουσιάζουν συνεκτικές προτάσεις διακυβέρνησης. Μοιάζουν περισσότερο με σχολιαστές πολιτικής ζωής, παρά με φορείς ουσιαστικής πολιτικής. Όμως η εποχή των γενικών καταγγελιών έχει τελειώσει. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε μεγαλόστομες δηλώσεις, ούτε σε συμβολικές αντιστάσεις. Η κοινωνία απαιτεί σχέδιο, ευθύνη και δυνατότητα εφαρμογής. Χρειάζεται μια Αριστερά που να ξέρει να διοικεί, όχι απλώς να αποδομεί. Χρειάζεται λόγο που να πείθει όχι μόνο τον απογοητευμένο, αλλά και τον πρακτικό.
Γιατί τελικά, δεν είναι αρκετό να είσαι “φωνή”. Πρέπει να είσαι και λύση. Όχι μόνο διαμαρτυρία, αλλά και πρόταση. Όχι μόνο καταγγελία, αλλά και θεσμική εγγύηση. Κι αυτό απαιτεί κόπο, θεσμικό βάθος, πολιτική ειλικρίνεια και κυρίως: την πρόθεση να κυβερνήσεις με αρχές, όχι με παρορμήσεις.
Εν κατακλείδι, η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει με Πρωθυπουργούς που κυβερνούν υπό το βάρος εσωκομματικών ισορροπιών και πελατειακών συμβιβασμών. Η χώρα χρειάζεται πολιτικούς που να μη χαρίζουν αμνηστείες στο όνομα σκοπιμοτήτων, ούτε να συγκαλύπτουν ευθύνες για να διατηρηθεί η «ειρήνη» ενός παρασκηνίου. Η ηθική τάξη στην πολιτική δεν είναι ρομαντική απαίτηση· είναι όρος επιβίωσης για μια δημοκρατία που δεν θέλει να παραδοθεί στην παραίτηση και τον κυνισμό.
Ευάγγελος Ρηγάτος
Επιμέλεια – σχόλιο: Νεκτάριος Ντ. Χορμοβίτης